
Μία διαφορετική ΔΕΘ – Του Ν. Γ. Χαριτάκη

Υπό
Ν. Γ. ΧΑΡΙΤΑΚΗ
Πρώην Επίκουρου Καθηγητή Οικονομικών του ΕΚΠΑ
[email protected]
Οι πρωθυπουργοί συνηθίζουν, τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες που ακόμη θυμάμαι, να αξιολογούνται με βάση τις παραχωρήσεις προς τους ψηφοφόρους και κυρίως προς εκείνους με τους οποίους θεωρούν ότι συνδέονται πολιτικά. Οι ομιλίες λοιπόν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ήταν και παραμένουν πολιτικές παροχών. Ακόμη και τη δύσκολη περίοδο των Μνημονίων. Σε μια πρώτη εντύπωση, λοιπόν, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε και την τελευταία ως «μία από τα ίδια». Ας εξετάσουμε, λοιπόν, τι κάνει την τελευταία, σύμφωνα με τον τίτλο, διαφορετική από όλες τις άλλες.
Επιγραμματικά και μόνο, όπως και θα εξηγήσω στη συνέχεια, θεωρώ ότι η διαφορετικότητά της συνίσταται σε δύο κατευθύνσεις. Ανεξάρτητα από το αν, ακολουθώντας κι αυτή η ομιλία την παράδοση, προτείνει σημαντικές παροχές, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΠΕΘΟ, οι παροχές σε κόστος προϋπολογισμού συνεπάγονται 2,7 δισ. για το 2026 και 4,2 δισ. για το 2027. Σε πρώτη ανάγνωση, λοιπόν, όπως θα τολμούσε κάποιος τρίτος αναγνώστης να αναφέρει, μόλις ξεφύγαμε από τα Μνημόνια και τους αυστηρούς δημοσιονομικούς ελέγχους, και εκεί που η Ευρωζώνη κλυδωνίζεται από την πολιτική κρίση στην Γαλλία, για εμάς «λεφτά υπάρχουν».
Σε δεύτερη ανάγνωση, μάλιστα, προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση το ότι το συλλογικό δημοσιονομικό κόστος των 6,9 δισ. επικεντρώνεται κυρίως σε νέους εργαζόμενους από 20 μέχρι 30 ετών. Αποτελεί δηλαδή ιδιαίτερη προνομιακή μεταχείριση για μία ομάδα που δεν θα τη χαρακτήριζε εύκολα κανείς ως ισχυρό πολιτικό πόλο της εκλογικής βάσης της κυβέρνησης. Για παράδειγμα, είναι εύλογο το ερώτημα σχετικά με το πόσοι νέοι κάτω των 25 ετών έχουν εισόδημα μεταξύ 15.000 και 20.000 ευρώ, και μάλιστα πόσοι από αυτούς ψηφίζουν ΝΔ.
Ας πλησιάσουμε τον προβληματισμό, λοιπόν, από το τέλος. Σε ποιους απευθύνεται; Τα κύρια χαρακτηριστικά των νέων εργαζομένων, όπως προκύπτουν από τα διαθέσιμα στοιχεία, είναι: 1. Αποτελούν τον βασικό παραγωγικό μας πληθυσμό. 2. Οι ηλικίες από 20 έως 40 ετών, σε όλα τα μισθολογικά επίπεδα, είναι αυτές που έχουν επιβαρυνθεί περισσότερο από τη δεκαετία της κρίσης.
Συγκεκριμένα, μπήκαν στην αγορά εργασίας σε μια περίοδο με έντονη ανεργία. Αναγκάστηκαν να απασχοληθούν, όσοι έβρισκαν εργασία, με μειωμένες συγκριτικά απαιτήσεις και πάντα με το μειονέκτημα της άγνοιας εργασιακής εμπειρίας. Τις περισσότερες φορές εργάστηκαν στη μαύρη αγορά και με κακή εφαρμογή των εργασιακών κανόνων και ωραρίων εργασίας. Και, τέλος, δεν μπορούσαν να απεξαρτηθούν από την οικογενειακή τους δουλεία και να αποκτήσουν έστω και περιορισμένη οικονομική αυτονομία. Οι περισσότεροι νέοι είναι παιδιά γονέων με μέτρια ως καλή οικονομική άνεση τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, που όταν βρέθηκαν στην κρίση ανδρώθηκαν με οικογενειακές φοβίες και ανασφάλειες.
Οικονομικά ανασφαλείς και κοινωνικά εξαρτημένοι από μία οικογένεια και μία οικονομία που αδυνατούσε να τους βοηθήσει, περιόρισαν τις φιλοδοξίες τους. Όσο, μάλιστα, η πολιτική και οι πολιτικοί αδυνατούσαν να προσφέρουν λύσεις, και απλά απορροφούσαν φορολογικά τα εισοδήματα των εργαζομένων για να καλύψουν τις ισχνές κοινωνικές ανάγκες, τόσο η γενιά αυτή περιόριζε τις απαιτήσεις της, έριχνε το βάρος στις πολιτικές ηγεσίες, απομακρυνόμενη από αυτές, αντί να προσφεύγει σε δημιουργική κριτική. Ηλικιακά όφειλαν να ακολουθούν το εύκολο και έντονα απολιτικό δόγμα «όλοι ίδιοι είναι», «γιατί να χάνω διαθέσιμο εισόδημα προσφέροντας στα κοινά όταν αυτή η συνεισφορά καλύπτει οφειλές των γονέων μου;». Το χάσμα των γενεών σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια.
Ρεαλιστικά, η ανισότητα που καταγράφεται μεταξύ των νέων που έχουν τα ίδια εισοδήματα (αλλά η μία κατηγορία είναι καθ’ όλα νόμιμη, έναντι εκείνης που δραστηριοποιείται στη μαύρη οικονομία) είναι τεράστια. Ιδιαίτερα, μάλιστα, αν λάβουμε υπόψη ότι αυτές οι εργασιακές ομάδες δεν έχουν και μεγάλη εκτίμηση στη στέρηση εισοδημάτων τους για φορολογικές, αλλά κυρίως και για ασφαλιστικές υποχρεώσεις. Η συμπεριφορά τους είναι σχεδόν ταυτόσημη με όσων προτιμούν τη μειωμένη καταβολή τιμήματος με αντάλλαγμα την έκπτωση στον ΦΠΑ.
Σκέφτονται και αυτενεργούν. Γιατί όχι ευκαιριακή και μαύρη απασχόληση και παράλληλα ταμείο ανεργίας; Γιατί εισοδηματική συρρίκνωση, ιδιαίτερα στις νόμιμες υπερωρίες, όταν είναι ευκολότερη η απασχόληση με ωράρια χωρίς όρια; Όσο, μάλιστα, θυμάμαι τον εαυτό μου, η αγορά εργασίας και η συνδικαλιστική πάλη δεν βοήθησαν ιδιαίτερα τους νεοεισερχόμενους. Ακόμη και στις καλύτερες στιγμές τους.
Η διαφορετικότητα των ανακοινώσεων της ΔΕΘ, λοιπόν, συνίσταται στο ότι ανατρέπει μια πολιτική δεκαετιών στην αγορά εργασίας. Και μάλιστα όταν, πριν από λίγες ημέρες, τόλμησε να παρέμβει στην ευελιξία αυτής και αφού εισήγαγε υποχρεωτικά την κάρτα εργασίας σχεδόν σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Θεσμική εξομάλυνση των εργασιακών σχέσεων και ουσιαστική παρέμβαση στο διαθέσιμο εισόδημα με μείωση των δημοσιονομικών απαιτήσεων. Τουλάχιστον, το κράτος δεν ζητάει από τους νέους, και κατά τεκμήριο τους πιο παραγωγικούς, να ζημιωθούν, μεταφέροντας ένα σοβαρό τμήμα των εισοδημάτων τους, για να πληρωθούν λάθη των γονέων τους. Οι παροχές της ΔΕΘ, λοιπόν, αφορούν τα παραγωγικά μέλη αυτής της κοινωνίας και όχι ψηφοφόρους.
Ανεξάρτητα, όμως, από την ηλικιακή και μη πολιτική στόχευση, η κυβέρνηση ασκεί αυτήν την πολιτική κάνοντας ένα εξαιρετικά ορθό, από οικονομική άποψη, τόλμημα. Προχωρά σε μειώσεις εσόδων με φορολογικές ελαφρύνσεις, που θα φανούν στα εισοδήματα των εργαζομένων τις δύο επόμενες χρονιές. Άρα, η κυβέρνηση προβλέπει ότι η μείωση των προσδοκώμενων εσόδων θα προκύψει παράλληλα με την ισόποση αύξηση των ατομικών εισοδημάτων. Το κόστος των μειωμένων εσόδων θα γίνει αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων των εργαζομένων. Η συγκεκριμένη μεταφορά πλούτου από τη φορολογία των ανώτερων εισοδηματικών βαθμίδων, προς τις χαμηλές και συχνά μη φορολογούμενες κοινωνικές ομάδες, έχει δύο θετικά αποτελέσματα για την οικονομία.
Σε πρώτη ανάγνωση γίνεται κατανάλωση και άρα δημιουργεί φορολογικά έσοδα από τον ΦΠΑ, και μάλιστα πολλαπλασιαστικά. Στη συνέχεια, όμως, περιορίζει την εργασιακή ανισότητα, σε όρους και ευκαιρίες απασχόλησης, μεταξύ νέων προσλαμβανόμενων και ήδη εργαζομένων. Το πραγματικό εισόδημα που εισπράττει ο νέος τείνει να πλησιάσει εκείνο του ειδικευμένου παλαιού. Ταυτόχρονα, αν και μειώνονται τα προσδοκόμενα έσοδα του κράτους από το κόστος των χαμένων φορολογικών εσόδων, το έλλειμμα καλύπτεται από την αύξηση των εσόδων του ΦΠΑ της νέας κατανάλωσης, που θα εισπραχθεί και θα καταβληθεί από τις επιχειρήσεις.
Εδώ και πολλές δεκαετίες, οι οικονομολόγοι έχουν εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ έμμεσων και άμεσων φόρων. Μεταξύ φόρου εισοδήματος και περιουσίας και ΦΠΑ ή δασμών. Ο πρώτος είναι προοδευτικός και τείνει να επιβαρύνει περισσότερο σε απόλυτα νούμερα τα υψηλά εισοδήματα και οι δεύτεροι τείνουν να είναι αντιστρόφως ανάλογοι. Δηλαδή, επιβαρύνουν τα χαμηλά και ευνοούν τα υψηλά εισοδήματα. Η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα μάλιστα οδηγεί σε εκτεταμένη φοροδιαφυγή.
Αν, λοιπόν, οι παρεμβάσεις της ΔΕΘ οδηγήσουν, όπως λογικά διαφαίνεται, σε βελτίωση των κοινωνικών ανισοτήτων και συμβάλλουν παράλληλα στην ταχύτερη εισαγωγή των νέων εργαζομένων στη νόμιμη εργασία, κάτι που θα το δούμε τους πρώτους μήνες του νέου έτους, χωρίς ταυτόχρονα να επέλθει μείωση των φορολογικών εσόδων, θα είμαστε σίγουροι ότι μία περαιτέρω μείωση της κλίμακας των φορολογικών συντελεστών στο σύνολο των εισοδημάτων θα δικαιώσει την πολιτική ανεξάρτητα από το όποιο πολιτικό αποτέλεσμα των εκλογών.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ