Μανιφέστο Τσίπρα (Μέρος Β’) – Του Ν. Στραβελάκη

Μανιφέστο Τσίπρα (Μέρος Β’) – Του Ν. Στραβελάκη

–Το μετέωρο βήμα ανάμεσα στη «νέα κυβερνητικότητα» και στις κοινωνικές ανάγκες


Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών


Την περασμένη εβδομάδα ασχοληθήκαμε με τα συστατικά μέρη του πολιτικού μετώπου που εισηγείται ο κ. Τσίπρας με τη διακήρυξη / μανιφέστο που δημοσιοποίησε την 1η Μαΐου 2026. Σήμερα, λίγες μέρες πριν από την επίσημη ανακοίνωση του κόμματος Τσίπρα, θα σταθούμε στο κατά πόσο το Μανιφέστο του απηχεί πολιτικά και προγραμματικά μια Αριστερά που θα εκπροσωπήσει την εργατική τάξη και τους μη προνομιούχους γενικότερα ή είναι μια επανάληψη της «Βραχμανικής Αριστεράς» που θέλει να ξορκίσει.

Το ζήτημα είναι αρκετά σύνθετο γιατί, όπως είδαμε την περασμένη εβδομάδα, ο κ. Τσίπρας προσπαθεί να ξεπεράσει την Αριστερά των ελίτ συνενώνοντας τα υλικά που την απαρτίζουν (Σοσιαλδημοκρατία, Ριζοσπαστική Αριστερά, Οικολόγοι Πράσινοι) όχι μόνο σε επίπεδο βάσης αλλά και ηγεσίας. Άρα, θα πρέπει ο πολιτικός και προγραμματικός του λόγος να είναι ιδιαίτερα διεισδυτικός και ρηξικέλευθος, ώστε αυτή η συμπόρευση να παραγάγει ένα διαφορετικό πολιτικό αποτέλεσμα.

Σε αυτήν την προσπάθεια, ο κ. Τσίπρας παγιδεύεται σε έναν φαύλο κύκλο. Το Μανιφέστο είναι ο οδικός χάρτης της «Κυβερνώσας Αριστεράς». Δηλαδή, της εκλογικής συμπόρευσης κάποιων σημερινών ηγεσιών που θα αφουγκρασθούν τον λαό και τη νεολαία. Με άλλα λόγια, η όλη διεργασία θα υλοποιηθεί μέσα από μια διαδικασία κυβερνητικής ανάθεσης ανάλογη με εκείνη του 2015.

Ο λόγος είναι ότι για τον κ. Τσίπρα η διακυβέρνηση 2015 – 2019 ήταν μια επιτυχημένη συνταγή. Όπως αναφέρει στο βιβλίο του «Ιθάκη» και επανέλαβε και ο στενός του συνεργάτης ο κ. Χουλιαράκης στην «Καθημερινή» (7/12/2025), το τρίτο Μνημόνιο δεν ήταν μόνο αναγκαίο αλλά και επιτυχές. Αυτό που αλλάζει σήμερα είναι η ατζέντα της «Κυβερνώσας Αριστεράς», που καλείται να εξασφαλίσει τα δικαιώματα, το κράτος δικαίου, την ειρήνη και την όποια αναδιανομή.

Το πρόβλημα, φυσικά, είναι ότι όλα αυτά θα τα «πετύχει» με τον ίδιο τρόπο που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ «πέτυχε» να διολισθήσει από το «θα καταργήσω τα Μνημόνια με έναν νόμο» στο να ψηφίσει και να εφαρμόσει το τρίτο Μνημόνιο. Συγκεκριμένα, το Μανιφέστο αναφέρει:
«Σήμερα, η πρόκληση δεν είναι η επιλογή ανάμεσα στη σταδιακή αλλαγή και τη ρήξη, αλλά η σύνθεσή τους σε μια νέα πολιτική στρατηγική. Οι σύγχρονες συνθήκες απαιτούν μεταρρυθμίσεις προς όφελος των πολλών, αλλαγές με βάθος και διάρκεια, που να ανοίγουν δρόμους για ουσιαστικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς, καθώς και ρήξεις όπου οι δομές εξουσίας αναπαράγουν ανισότητες και αδιέξοδα. Γιατί για την σύγχρονη Αριστερά η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού αλλά η διεύρυνση των ορίων του εφικτού».

Το απόσπασμα μάς λέει, με άλλα λόγια, ότι όπως πήγαμε στο τρίτο Μνημόνιο, για να αποφύγουμε τη ρήξη, έτσι και οι όποιες προτάσεις του προγράμματος της νέας «Κυβερνώσας Αριστεράς» θα πετσοκοφτούν για να ταιριάξουν στο «εφικτό». Προφανώς, μια τέτοια συνταγή δεν μπορεί να μεταβάλει το κομματικό σύστημα, να εκπροσωπήσει την εργατική τάξη και τους φτωχούς και να προστατέψει έτσι και τη δημοκρατία, που κινδυνεύει στον σημερινό κόσμο της ακραίας ανισότητας.

Στο πεδίο της πολιτικής θεωρίας, ο κ. Τσίπρας μοιάζει να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη «νέα κυβερνητικότητα», δηλαδή τη διαχείριση του κράτους με όρους επιχείρησης, και στις τεράστιες ακάλυπτες ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Αυτός ο πολιτικός λόγος δεν μπορεί να συγκινήσει την κοινωνία στις μέρες μας ούτε καν να δικαιολογήσει την υποστήριξη ενός τέτοιου μετώπου για την απαλλαγή μας από την καταστροφική κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ο λόγος είναι ότι η ριζική ανατροπή των εκλογικών συσχετισμών απαιτεί την κινητοποίηση ενός κόσμου που απέχει συστηματικά από τις εκλογές μετά την κωλοτούμπα του δημοψηφίσματος. Σε αυτούς έχουν προστεθεί και οι νεολαίοι που δεν συγκινούνται με τα μισόλογα του μανιφέστου Τσίπρα. Μόνο η πραγματική Αριστερά μπορεί να συγκινήσει αυτό το κομμάτι της κοινωνίας, με μια ξεκάθαρη ατζέντα ειρήνης, δημοκρατίας και γενναίας αναδιανομής.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ