Λυκ. Λιακάκος στο “Π”: Η Ευρώπη χωρίς «τιμή» σε έναν συναλλακτικό κόσμο

Λυκ. Λιακάκος στο “Π”: Η Ευρώπη χωρίς «τιμή» σε έναν συναλλακτικό κόσμο

Του
ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ ΛΙΑΚΑΚΟΥ
Διδάκτορος Διεθνούς Δικαίου


Η Ευρώπη εισέρχεται στον νέο πολυπολικό κόσμο με ένα δομικά επικίνδυνο μειονέκτημα: Εξακολουθεί να ομιλεί τη γλώσσα των κανόνων σε ένα διεθνές περιβάλλον που ολοένα και περισσότερο διέπεται από τη γλώσσα του κόστους. Όπως αποδίδεται στον Ζορζ Κλεμανσό, «από θρίαμβο σε θρίαμβο οδεύουμε προς την καταστροφή» – μια φράση που σήμερα ηχεί ανησυχητικά οικεία για την ευρωπαϊκή συνοχή.

Καθώς το διεθνές σύστημα μετατρέπεται σε αγορά ισχύος, όπου οι συμμαχίες αποτιμώνται και η συμμόρφωση αποκτά μετρήσιμη αξία, η ευρωπαϊκή επανάπαυση μετασχηματίζεται σε ευρωπαϊκή ευαλωτότητα. Όχι επειδή στερείται κανόνων, αλλά επειδή συχνά απουσιάζει η πολιτική βούληση και η στρατηγική ανθεκτικότητα που τους καθιστούν αξιόπιστους.

Η παρακμή αυτή δεν περιορίζεται στο γεωπολιτικό επίπεδο, εκτείνεται και στο δομικό οικονομικό πεδίο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφει σταθερή υποχώρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς της, συρρίκνωση του μεριδίου της στο παγκόσμιο ΑΕΠ και επίμονη στασιμότητα της παραγωγικότητας. Την ίδια στιγμή, στους κρίσιμους τομείς που καθορίζουν την ισχύ του 21ου αιώνα –τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακές πλατφόρμες, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας– η Ευρώπη εμφανίζει συστηματική υστέρηση τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η κανονιστική υπεροχή δεν αντιστάθμισε το τεχνολογικό και παραγωγικό έλλειμμα, απλώς το κάλυψε ρητορικά.

Σε αυτό το περιβάλλον, η στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιδέχεται παρερμηνεία. Η ιδεολογική και πολιτική του δυσανεξία προς την ίδια την ιδέα μιας ισχυρής ΕΕ έχει εκφραστεί επανειλημμένα, ωμά και χωρίς διπλωματική επένδυση: Η Ένωση δεν αντιμετωπίζεται ως συλλογικός εταίρος αλλά ως ανταγωνιστικό υποκείμενο προς αποδυνάμωση. Προκρίνεται η διαπραγμάτευση σε επίπεδο κρατών έναντι της ενιαίας ευρωπαϊκής θέσης, διότι σε αυτό το πεδίο ο ισχυρός καθορίζει την ατζέντα, τον χρόνο και το τίμημα. Δεν πρόκειται για στυλ διακυβέρνησης αλλά για συνειδητή μέθοδο άσκησης ισχύος. Και εδώ η Ευρώπη κινήθηκε εσφαλμένα: Μπέρδεψε τη σταθερότητα με τον κατευνασμό – και αυτό δεν εκτιμήθηκε. Τιμολογήθηκε.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η οπλοποίηση των αμερικανικών δασμών: Όχι ως απλή τιμωρητική οικονομική πολιτική ή ως προαναγγελία εμπορικού πολέμου αλλά ως εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος, εξαναγκασμού και συστηματικής διμεροποίησης, με στόχο τη μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης από ενιαίο μπλοκ σε σύνολο επιμέρους εξαιρέσεων.

Και όμως, παρότι τα μέσα αντίδρασης υπάρχουν, η Ευρώπη αποτυγχάνει να τα μετατρέψει σε συνεκτική, συλλογική δράση. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2675 (Anti-Coercion Instrument) θεσπίστηκε ακριβώς για την αντιμετώπιση του οικονομικού εξαναγκασμού από τρίτες χώρες. Εντούτοις, δίχως πολιτική ενεργοποίηση, παραμένει κενό γράμμα. Όταν η Ευρώπη διστάζει να επιβάλει πραγματικό κόστος, κάθε κρίση μετατρέπεται σε δημοπρασία ισχύος.

Η εσωτερική εικόνα συμπληρώνει το πρόβλημα. Ο θεσμικός κατακερματισμός και τα αλληλοεπικαλυπτόμενα χαρτοφυλάκια παράγουν επικοινωνία αντί για στρατηγική, ενώ το έλλειμμα ηγεσίας παγιώνεται επικίνδυνα. Την ίδια στιγμή, η νοτιοανατολική πτέρυγα αποκαλύπτει τη βαθύτερη αντίφαση του ευρωπαϊκού κανονιστικού οικοδομήματος: Ελλάδα υπό τουρκικό casus belli, Κύπρος υπό τουρκική παράνομη κατοχή, και όμως οι εταίροι επιδεικνύουν ανοχή –ακόμη και συνεργασίες– με τον αναθεωρητικό παράγοντα. Το παράδοξο είναι προφανές.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν δύναται να λειτουργεί ως διαχειριστική υποσημείωση. Αντιθέτως, οφείλει να έχει την ίδια θεσμική βαρύτητα με τη Δανία ή τη Γροιλανδία, ιδίως όταν κρίνεται η συνοχή της Ένωσης.

Στον νέο πολυπολικό κόσμο, η Ευρώπη δεν απαιτείται να διολισθήσει στην επιθετικότητα. Οφείλει, όμως, να καταστεί υπολογίσιμη. Διαφορετικά, θα επιμένει στις αξίες, ενώ οι άλλοι θα καθορίζουν τις τιμές.

Συνεπώς, στη γεωπολιτική, όποιος συγχέει τη σταθερότητα με τον κατευνασμό, αργά ή γρήγορα πληρώνει το κόστος της παρακμής.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ