
Λ. Στάμος στο “Π”: Σε ποιον χρωστάμε;
–Το ερώτημα που κανείς δανειολήπτης δεν μπορεί πλέον να απαντήσει με βεβαιότητα
Γράφει ο
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΡ. ΣΤΑΜΟΣ
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Αν σου τηλεφωνούσε σήμερα κάποιος και σου έλεγε ότι αγόρασε το δάνειό σου από την τράπεζα, θα ήθελες να δεις αποδείξεις. Ποιος ακριβώς το αγόρασε. Για πόσο. Πότε. Με ποιους όρους. Είναι το ελάχιστο που θα ζητούσε οποιοσδήποτε ενήλικος στη θέση σου. Και όμως, το ελληνικό σύστημα τιτλοποιήσεων έχει φτάσει σε σημείο να μην μπορεί να δώσει καμία από αυτές τις απαντήσεις στον ίδιο τον οφειλέτη.
Οι τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι, ονομαστικά, ένας απλός μηχανισμός: Η τράπεζα μαζεύει χιλιάδες προβληματικά δάνεια, τα πουλάει σε μια αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, αυτή εκδίδει ομόλογα και τα δάνεια φεύγουν από τους ισολογισμούς της τράπεζας. Ωστόσο, για να είναι έγκυρη αυτή η μεταβίβαση, ο νόμος επιβάλλει κάτι στοιχειώδες: Να καταχωρίζεται στο ενεχυροφυλακείο περίληψη της πώλησης, με τα ουσιώδη στοιχεία της συναλλαγής: Ποια δάνεια μεταβιβάζονται, σε ποιον, έναντι ποιου τιμήματος, με ποιους όρους.
Στην πραγματικότητα, αυτά τα στοιχεία δεν προκύπτουν. Οι καταχωρίσεις στο ενεχυροφυλακείο είναι αποσπασματικές και λογοκριμένες. Το τίμημα δεν αναγράφεται, ούτε καν ο τρόπος υπολογισμού του. Οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης παραλείπονται με απλή παραπομπή σε αριθμούς άρθρων που παραμένουν αόρατοι. Οι καρτέλες των οφειλετών τηρούνται σε χιλιάδες σελίδες αταξινόμητου χαρτιού, με γραμματοσειρά τόσο μικρή που καθιστά αδύνατη την ταυτοποίηση. Ένας δανειολήπτης που θέλει να δει αν το δάνειό του βρίσκεται όντως στο μεταβιβασθέν χαρτοφυλάκιο δεν έχει τρόπο να το διαπιστώσει.
Η συνέπεια δεν είναι θεωρητική. Όταν εταιρείες διαχείρισης δανείων στέλνουν εξώδικα, εκδίδουν διαταγές πληρωμής και επισπεύδουν πλειστηριασμούς, το κάνουν με έγγραφα που τεχνικά ελέγχονται επιφανειακά από τον δικαστή της διαταγής. Όταν, όμως, ο οφειλέτης ζητήσει να ελεγχθεί σε βάθος η αλυσίδα μεταβίβασης –να δει αν πράγματι η εταιρεία που τον κυνηγά απέκτησε νόμιμα την απαίτηση–, συναντά έναν τοίχο. Τα κρίσιμα στοιχεία δεν υπάρχουν δημοσιευμένα. Δεν του κοινοποιούνται. Δεν μπορούν να ανευρεθούν.
Αυτή η κατάσταση θα ήταν σκανδαλώδης σε οποιοδήποτε κράτος δικαίου. Στην Ελλάδα έχει καταντήσει κανονικότητα. Διαδοχικές νομοθετικές ρυθμίσεις –από τον νόμο του 2003 μέχρι τον πιο πρόσφατο του 2023– όχι απλώς δεν προστάτευσαν τον οφειλέτη, αλλά χαλάρωσαν τις απαιτήσεις δημοσιότητας κάθε φορά που αποκαλυπτόταν ότι το προηγούμενο πλαίσιο ήταν ανεπαρκές. Η κατεύθυνση είναι σταθερή: Όσο περνάει ο καιρός, ο οφειλέτης γνωρίζει λιγότερα, όχι περισσότερα.
Στα δικαστήρια υπάρχουν τρόποι αντίδρασης. Ο δανειολήπτης μπορεί να προβάλει ως λόγο ανακοπής ότι τα στοιχεία που θεμελιώνουν το δικαίωμα της εταιρείας να τον διεκδικεί δεν έχουν αποδειχθεί νόμιμα. Μπορεί να απαιτήσει τεκμηρίωση. Μπορεί να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της ίδιας της μεταβίβασης. Αυτές οι δυνατότητες, όμως, απαιτούν γνώση, χρόνο και οικονομικούς πόρους, όλα αυτά που ένας υπερχρεωμένος άνθρωπος σπάνια διαθέτει.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό και ηθικό. Γιατί ένα σύστημα που απαιτεί από τον πολίτη να αποδεικνύει κάθε του έξοδο, κάθε του εισόδημα, κάθε του συναλλαγή, έχει επιτρέψει σε εταιρείες που κυνηγούν χρέη να κινούνται με τόση αδιαφάνεια; Η απάντηση, μάλλον, θα χρειαστεί να δοθεί στην κάλπη.