Κ. Νοτοπούλου στο “Π”: Γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη φέρνει τη Συνταγματική Αναθεώρηση και γιατί δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε

Κ. Νοτοπούλου στο “Π”: Γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη φέρνει τη Συνταγματική Αναθεώρηση και γιατί δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε

Της
ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΝΟΤΟΠΟΥΛΟΥ
Βουλευτού ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ Α’ Θεσσαλονίκης


Οι ανακοινώσεις Μητσοτάκη για την Αναθεώρηση του Συντάγματος δεν έχουν στόχο μόνο να αλλάξουν την ατζέντα, για να ξεφύγει η κυβέρνησή του από τη μεγάλη πίεση των ζητημάτων που κυριαρχούν στην επικαιρότητα, όπως το εργατικό δυστύχημα με τις πέντε νεκρές εργάτριες, την αφόρητη για το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας οικονομική κατάσταση, τη στεγαστική κρίση, το μπλακ άουτ στα αεροδρόμια, τα σκάνδαλα που συγκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο, καθώς πρόκειται για γενικευμένη διάλυση και καμιά ατζέντα δεν μπορεί να την αλλάξει.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, προτού φύγει, θέλει να στρώσει τον δρόμο –και επισπεύδει– για σκληρά επιθετικές, αντιδραστικές τομές, τις οποίες αποκαλεί «μεταρρυθμίσεις», μεταξύ των οποίων δύο ζητήματα-τοτέμ για τη δεξιά παράταξη: Η πρώτη είναι η κατάργηση της μονιμότητας στο Δημόσιο και η άλλη είναι η νομιμοποίηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Επί επτά χρόνια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη παραβιάζει ωμά το Σύνταγμα. Υπονομεύει συστηματικά το κράτος δικαίου, συγκρούεται με μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, ποδοπατά δικαιώματα και ελευθερίες που κατακτήθηκαν συχνά με αιματηρούς αγώνες των πολιτών και τώρα υποκρίνεται ότι ζητάει συναινέσεις και διάλογο.

Βάζει, ξανά, στο στόχαστρο τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ γνωρίζει ότι ήδη στο Σύνταγμα προβλέπεται παύση της σχέσης μετά από δικαστική απόφαση, απόλυση λόγω κατάργησης της θέσης που κατείχε ο υπάλληλος και απόλυση μετά από απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Δεν της αρκούν όλα αυτά, επειδή στην πραγματικότητα επιδιώκει, μέσω της «αξιολόγησης», να χτίσει έναν μηχανισμό εκφοβισμού και πειθάρχησης των δημοσίων υπαλλήλων.

Διαχρονικός στόχος της δεξιάς παράταξης είναι το άρθρο 16 για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη το έχει ήδη παραβιάσει, ανοίγοντας τον δρόμο για να λειτουργήσουν επιχειρήσεις οι οποίες αδυνατούν να ανταποκριθούν ακόμη και σε ελάχιστες εκπαιδευτικές προδιαγραφές, υπηρετώντας την εμπορευματοποίηση του χώρου της Παιδείας. Υποκρίνονται ότι τους ενδιαφέρει η αξιοκρατία, που στη γλώσσα της ΝΔ σημαίνει ότι αρκούν τα χρήματα για να σπουδάσει ένα παιδί, αν δεν αρκούν τα μόρια εισαγωγής σε μια σχολή. Αντί να ενισχύσουν το δημόσιο πανεπιστήμιο, παρέκαμψαν το άρθρο 16 και λυσσαλέα τώρα προσπαθούν να το αλλάξουν.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλά για αύξηση της διάρκειας της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας, επικαλούμενος «μικροκομματικές σκοπιμότητες» που μπορεί να αλλοιώσουν τον οφειλόμενο υπερκομματικό χαρακτήρα του. Προσπαθεί να πείσει ότι θέλει υπερκομματική συναίνεση η ΝΔ, που εξέλεξε τον εκλεκτό της τον κ. Τασούλα στο αξίωμα χωρίς να επιδιώκει καμιά συναίνεση.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ζητάει συναίνεση για Συνταγματική Αναθεώρηση. Σε τι ζητάει τη συναίνεση της αντιπολίτευσης; Στην αλλαγή της διαδικασίας για την ποινική ευθύνη των υπουργών που εξαγγέλλει, όταν έχει φροντίσει με κάθε τρόπο να μη λογοδοτήσουν σε υποθέσεις όπως το έγκλημα των Τεμπών και τα σκάνδαλα των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ;

Θέλει να επιβάλει στο Σύνταγμα μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, δηλαδή δημοσιονομικό «κόφτη», που θα γίνει εργαλείο μόνιμης λιτότητας για τον λαό. Γιατί σε αυτό πιστεύει. «Το τσάμπα πέθανε», για έναν άνθρωπο με 800 ευρώ μισθό και 400 ενοίκιο, δεν είναι μια πρόταση που ξέφυγε πάνω σε μια συζήτηση. Είναι ο πυρήνας της πολιτικής της ΝΔ και του πώς βλέπει τον λαό: «Ούτε θα σας βοηθούμε με λύσεις στη στέγη, και θα σας λέμε και υπεύθυνους για την κρίση και ‘‘τσαμπατζήδες’’» –όπως και την αντιπολίτευση, που ζητά παροχές–, και εμείς θα τα δίνουμε στις τράπεζες, στα καρτέλ, στους πλούσιους και στους δικούς μας».

Απέναντι σε όλα αυτά, απέναντι στον κυνισμό, στην ωμότητά τους και στα αντιδραστικά σχέδιά τους για το Σύνταγμα, απαιτείται συστράτευση και αποφασιστικό προοδευτικό μέτωπο, για να μην αφήσουμε την κυβέρνηση Μητσοτάκη να «κάψει μέχρι και το χορτάρι» και να γυρίσει τη χώρα δύο αιώνες πίσω προτού φύγει.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ