Η Τουρκική απειλή έχει βάθος χρόνου και η Ελλάδα πρέπει να αντετοιμάζεται

Η Τουρκική απειλή έχει βάθος χρόνου και η Ελλάδα πρέπει να αντετοιμάζεται


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


H εισαγωγή της «Γαλάζιας Πατρίδας» ως μαθήματος στην εκπαίδευση και η εξαγγελλόμενη πρόθεση της Άγκυρας να καταστήσει το επεκτατικό αυτό αφήγημα νόμο του κράτους δείχνουν σαφώς ότι η εκπορευόμενη από την πλευρά αυτή απειλή κατά της Ελλάδος δεν είναι παροδική, συνδεόμενη μόνο με τη μεγαλομανή πολιτική Ερντογάν.

Οι μελλοντικές γενιές της γειτονικής χώρας θα διαπαιδαγωγούνται από το πολιτικό τους σύστημα και την εκπαίδευσή τους ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» είναι αναπόσπαστο μέρος του εθνικού τους χώρου και ότι το Αιγαίο πέρα από τον 25ο Μεσημβρινό, δηλαδή λίγο έξω από την Εύβοια, είναι υπό Τουρκική δικαιοδοσία. Γίνεται, άλλωστε, προσπάθεια να διαγραφεί για τους Τούρκους το ίδιο το όνομα του Αιγαίου και να υποκατασταθεί από ένα νέο όνομα: «Θάλασσα των Νήσων».

Προάγεται παραλλήλως το αφήγημα περί «γκρίζων ζωνών», νήσων δηλαδή και μικρονησίδων που είναι δήθεν απροσδιορίστου κυριαρχίας και βρίσκονται διάσπαρτες σ’ ολόκληρο το Αιγαίο, ακόμη και γύρω από την Κρήτη.
Προφανώς, είναι εκτός κάθε λογικής κάθε είδους προσέγγιση που θα επεδίωκε συζήτηση και διαπραγμάτευση με την Άγκυρα πάνω σε μια τέτοια βάση. Η Άγκυρα το γνωρίζει. Έχει, όμως, ως στρατηγική να θέτει τις αξιώσεις της και να τις προωθεί, βασιζόμενη σε μια πολιτική συνεχών πιέσεων, προπαγάνδας και εκβιασμών και εργαζόμενη συνεχώς για την κατάκτηση υπεροχής ισχύος επί του πεδίου.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν παραιτείται, σ’ επίπεδο τακτικής, από προσπάθειες ρυμουλκήσεως της Ελλάδος σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις εκτός του πλαισίου του ισχύοντος διεθνούς θαλασσίου δικαίου. Θέλει συζήτηση των θεμάτων αυτών πάνω σε πολιτική βάση, προβάλλοντας τις δικές της, αυθαίρετες αξιώσεις και διεκδικήσεις. Υπολογίζει σ’ αυτό στους θιασώτες του κατευνασμού ακόμη και στους κόλπους της ίδιας της κυβερνήσεως.

Οι εξαγγελίες για μετατροπή του αφηγήματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε νόμο του κράτους δεν αφήνει πλέον καν ένα πρόσχημα και κανένα περιθώριο σε πολιτικές κατευνασμού και ήρεμων δήθεν νερών στο Αιγαίο. Η Ελλάδα πρέπει να θέσει τέλος στην πολιτική αυτή, την οποία η Άγκυρα εκμεταλλεύεται επιπλέον για να προωθεί τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ, χωρίς Ελληνική αντίδραση.

Εάν η Άγκυρα προχωρήσει στην επαπειλούμενη ανακήρυξη της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε νόμο του κράτους, αυτό θα ισοδυναμούσε με επίσημη διεκδίκηση από την Άγκυρα Ελληνικού εθνικού εδάφους, υπό τη μορφή των διεκδικουμένων «γκρίζων ζωνών» και Ελληνικών εθνικών δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να παραμείνει αδρανής. Θα πρέπει, κατά πρώτο λόγο, να εφαρμόσει στην πράξη τα δικαιώματά της που απορρέουν από το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο και τα οποία δεν έχει ασκήσει ακόμη. Δεν χρειαζόταν άλλωστε η πρόκληση της «Γαλάζιας Πατρίδας» για να τα ασκήσει. Θα πρέπει, κατά δεύτερο λόγο, να απαντήσει αποτελεσματικά επί του πεδίου.

Τα δύο αυτά πρέπει μας παραπέ­μπουν ειδικότερα στην ανάγκη να δρομολογηθεί με τη δέουσα διπλωματική επάρκεια, αλλά και αποφασιστικότητα, η επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδος μέχρι 12 μίλια και η ανακήρυξη της ΑΟΖ. Ο χάρτης της Σεβίλλης, που οριοθετεί την ΑΟΖ της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, όσο και αν εκνευρίζει την Άγκυρα, πρέπει να γίνει σημαία της Ελλάδος.

Σε ό,τι αφορά την αντίδραση της Ελλάδος επί του πεδίου, είναι προφανές ότι αυτή παραπέμπει στην αποτελεσματική αποτροπή. Δεν είναι μυστικό ότι η Τουρκία επιδιώκει να επιτύχει τους στόχους της αμαχητί, διά της υπεροχής ισχύος επί του πεδίου. Η Ελλάδα δεν έχει γι’ αυτό άλλη επιλογή από την ισχυρή αποτροπή, που θα είναι σε θέση να ματαιώνει και να ακυρώνει τους Τουρκικούς σχεδιασμούς.

Η ισχυρή αποτροπή επιτυγχάνεται με την κατάλληλη μείξη συμμετρικών και ασύμμετρων μέσων και τον συνδυασμό αμυντικής ισχύος και στρατηγικών συμμαχιών. Η Ελλάδα, λόγω ιδίως των καταστροφικών συνεπειών των Μνημονίων, αλλά και της αρνητικής επιδράσεως των πολιτικών του κατευνασμού, αμέλησε για μια ολόκληρη περίοδο τους αμυντικούς εξοπλισμούς της και άφησε περιθώριο στην Άγκυρα να προηγηθεί σε μια σειρά εξοπλιστικών προγραμμάτων. Χειρότερα ακόμη, η Άγκυρα πήρε μεγάλο προβάδισμα στην ανάπτυξη μιας εθνικής αυτόνομης πολεμικής βιομηχανίας.

Η Ελλάδα ενίσχυσε την άμυνά της κατά την τελευταία πενταετία, με την αγορά σημαντικών εξοπλισμών στην Αεροπορία, κυρίως, και στο Ναυτικό. Είναι ένα μεγάλο βήμα που ενισχύει υπέρ της Ελλάδος την αεροναυτική ισορροπία. Απομένουν όμως πολλά να γίνουν για να καταστεί η άμυνα της χώρας επαρκής και αποτελεσματική σε όλους τους τομείς και στην προοπτική του χρόνου και των εξελίξεων.

Παρατηρούνται ιδίως μεγάλες καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων και στη διεκπεραίωση εγκεκριμένων προγραμμάτων. Ο χρόνος είναι πολύ καθοριστικός παράγων στην ισορροπία δυνάμεων. Δεν αρκεί η πρόθεση αγοράς ενός συγκεκριμένου συστήματος ή ακόμη και η συμφωνία αγοράς του. Χρειάζεται η προμήθεια του εν λόγω συστήματος να γίνει εγκαίρως, ώστε να διαδραματίσει τον αναμενόμενο απ’ αυτό αποτρεπτικό ή αμυντικό ρόλο.

Ένα άλλο μεγάλο θέμα είναι η παρακολούθηση των εξελίξεων και η όσο το δυνατόν γρηγορότερη προσαρμογή. Τα πεδία μαχών στην Ουκρανία και στο Ιράν ανέδειξαν τον καθοριστικό ρόλο των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, των ρομποτικών συστημάτων και των βαλλιστικών πυραύλων. Η Τουρκία έχει επιτύχει σ’ αυτά ένα μεγάλο προβάδισμα, το οποίο είναι επίσης πλεονέκτημα τεχνολογίας και καινοτομίας.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανεχθεί τη δημιουργία τεχνολογικού χάσματος με την Τουρκία. Πρέπει, οπωσδήποτε, με μια μεγάλη εθνική προσπάθεια να προελάσει γρήγορα προς το μέλλον. Έχει επιτύχει ήδη πολύ θεαματικά αποτελέσματα στον τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones και συστήματα αντι-drone). Είναι ανάγκη όμως η κυβέρνηση να στηρίξει ενεργά αυτές τις προσπάθειες και την ανάπτυξη γενικότερα της Ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας.

Η Τουρκία διατηρεί ένα μεγάλο προβάδισμα, εκτός του τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και άλλων, συναφών μη επανδρωμένων συστημάτων (επιφανείας θαλάσσης και υποβρύχια μη επανδρωμένα συστήματα), στον τομέα των βαλλιστικών πυραύλων, των πυρομαχικών κάθε είδους και των θερμοβαρικών όπλων.

Έχει γίνει αναφορά και σε προηγούμενα άρθρα στην ανάγκη αναπτύξεως μιας εγχώριας παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων, σε πρώτη φάση με συμπαραγωγή αγοραζόμενων πυραύλων, όπως ο Ισραηλινός Lora ή ο Ινδικός αντίστοιχος. Δεν μπορεί η Ελλάδα να αντιμετωπίσει τον μεγάλο αριθμό Τουρκικών βαλλιστικών πυραύλων μόνο με αντιβαλλιστικά – αντιπυραυλικά συστήματα. Χρειάζεται οπωσδήποτε να έχει και η ίδια σημαντικό αριθμό βαλλιστικών πυραύλων, ικανού βεληνεκούς, για να ανταποδίδει τα πλήγματα. Χρειάζεται επίσης, για να ενισχύσει την αποτροπή στο Αιγαίο, να εγκαταστήσει στα νησιά πυραύλους εδάφους – θαλάσσης, ώστε να αποτρέψει οποιαδήποτε τοπική υπεροχή Τουρκικών σκαφών, όπως έγινε κοντά στην Κάσο το 2020.

Προκαλεί επίσης εντύπωση το ότι η κυβέρνηση προτίθεται να εγκαταστήσει στις Ιταλικές φρεγάτες Fremm Bergamini, που θα προμηθευθεί το Πολεμικό Ναυτικό, παλαιούς πυραύλους θαλάσσης – θαλάσσης, τύπου Χαρπούν, γιατί αυτό θα στοιχίσει φθηνότερα. Η νοοτροπία αυτή είναι απαράδεκτη και υποθηκεύει τις δυνατότητες των νέων όπλων που προμηθεύεται η χώρα. Οι πύραυλοι Χαρπούν ας αναπτυχθούν σε νησιά, σε συμπληρωματικό ρόλο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

Εντύπωση επίσης προκαλεί η πληροφορία που δημοσιεύθηκε στον Τύπο, χωρίς να διαψευσθεί, ότι το Πολεμικό Ναυτικό θα προμηθευθεί τελικά μόνο 2 και όχι 4 Bergamini από την Ιταλία. Χρειάζεται να διευκρινισθεί από την κυβέρνηση εάν αυτό σημαίνει περικοπή του αριθμού των προβλεπόμενων φρεγατών ή εάν συζητείται κάτι άλλο. Ο ναυτικός ανταγωνισμός στο Αιγαίο μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας είναι μακροπρόθεσμος, γιατί η Άγκυρα προβάλλει μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους και προετοιμάζεται ανάλογα, ναυπηγώ­ντας πυρετωδώς νέα σκάφη αυξημένων δυνατοτήτων. Επιδιώκει να αυξήσει τον αριθμό των φρεγατών της από 17 που είναι σήμερα σε 25. Ναυπηγεί επίσης αντιτορπιλικά με 82 θέσεις εκτοξεύσεως πυραύλων. Δεν μπορεί η Ελλάδα, ενώπιον αυτής της απειλής, να περιορίζει σε ανεπίτρεπτο επίπεδο τον αριθμό των φρεγατών της. Το διακύβευμα είναι η αποτελεσματική προάσπιση του Αιγαίου και των ζωτικών συμφερόντων της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο.

Τα θερμοβαρικά όπλα είναι ένα άλλο πεδίο στο οποίο πρέπει η Ελλάδα να αναζητήσει αποτελεσματική απάντηση ή ισοζύγιο ισχύος.

Η αμυντική προετοιμασία και αποτροπή συμβαδίζει με τη διπλωματική δράση και τη διακριτική εθνική κινητοποίηση. Με τις θέσεις τις οποίες εκφράζει και τις προκλήσεις στις οποίες επιδίδεται η Άγκυρα καθίσταται εχθρικό κράτος, όσο και αν αυτό δεν δηλώνεται υψηλοφώνως. Η όλη όμως πολιτική της χώρας πρέπει να προσαρμοσθεί σ’ αυτήν τη θλιβερή πραγματικότητα, γεγονός που θα επιφέρει στην Άγκυρα και ένα κόστος για την πολιτική της.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να προωθηθούν χωρίς καθυστερήσεις όχι μόνο οι αμυντικοί εξοπλισμοί, όπως αναφέρθηκε, αλλά και οι στρατηγικές συμμαχίες με χώρες που υπολαμβάνουν τις πολιτικές της Άγκυρας ως κοινή απειλή, όπως το Ισραήλ και η Ινδία. Εξυπακούεται ότι για την Ελλάδα είναι ταυτόχρονα πολύ σημαντική η διαφύλαξη και η περαιτέρω προώθηση των σχέσεων με Αραβικές χώρες, όπως η Αίγυπτος, η Ιορδανία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία.

Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή, παρά τους κινδύνους και τις αντιφάσεις που περιέχουν, ενισχύουν τη θέση της Ελλάδος και της Κύπρου. Η Κύπρος έδωσε ένα δείγμα των νέων δυνατοτήτων που υπάρχουν με την πρόσφατη στρατηγική προσέγγιση με την Ινδία.

Οι εκλογές στην Κύπρο έδωσαν επίσης μια εικόνα των αντιφάσεων που υπάρχουν μεταξύ εξωτερικών δυνατοτήτων και εσωτερικού πολιτικού μετώπου.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Φωτο: Υπουργείο Εθνικής Άμυνας Τουρκίας