
Η ΔΕΘ και η κρίση του πολιτικού συστήματος (Μέρος Α’: Η κυβέρνηση)

Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο κ. Μητσοτάκης ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη έπειτα από προετοιμασία πέντε μηνών. Από τον μήνα Μάιο διαφήμιζε τις εξαγγελίες που θα έκανε και το «κοινωνικό μέρισμα» που θα απολάμβαναν οι «μη έχοντες». Σκοπός του ήταν να αναστρέψει το πολιτικό κλίμα, πείθοντας ότι η πολιτική του δεν αφορά μόνο μια στενή ομάδα διαπλεκόμενων επιχειρηματιών και έναν στρατό ημετέρων «φραπέδων», «χασάπηδων» και εν γένει ΟΠΕΚΕΠΕΔΩΝ, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.
Η δημοκοπική εικόνα του κόμματός του, που αποτυπώνεται στην εν επικεφαλίδει φωτογραφία, δείχνει ότι δεν το πέτυχε. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Interview με ημερομηνία 10/9/2025, δηλαδή μετά την ομιλία και τη συνέντευξη Τύπου του κ. Μητσοτάκη, η ΝΔ συγκεντρώνει 21,9% στην πρόθεση ψήφου, ενώ 8 στους 10 ερωτηθέντες δεν δηλώνουν ικανοποιημένοι από τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού. Οι επιδόσεις της ΝΔ είναι τουλάχιστον 1% χαμηλότερες από τον μέσο όρο των δημοσκοπήσεων του διαστήματος Ιουνίου – Σεπτεμβρίου του 2025, αναφορικά με την πρόθεση ψήφου. Ανάλογα ευρήματα έχει και η δημοσκόπηση της εταιρείας Opinion Poll, με την πρόθεση ψήφου για τη ΝΔ να εκτιμάται στο 22,6%.
Ο λόγος της περιορισμένης επίδρασης της παρουσίας του κ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ προφανώς αποτυπώνεται στο 80% των ερωτηθέντων (στη δημοσκόπηση της Interview) που δήλωσε «μη ικανοποιημένο» από τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες. Κοντολογίς, η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου είτε δεν μπόρεσε να βρει τον εαυτό της στους ευνοημένους των πρωθυπουργικών εξαγγελιών είτε, ακόμη και αν ελπίζει να επωφεληθεί, η ωφέλεια που αναμένει είναι μηδαμινή.
Βέβαια, στην απογοήτευση του κόσμου έπαιξε ρόλο και η υπόλοιπη ατζέντα του κ. Μητσοτάκη. Η προσπάθεια αναγόρευσης της συνεργασίας τριτο-τέταρτων ΙΕΚ με κάποια ξένα πανεπιστήμια… της πυρκαγιάς σε μεγάλη κατάκτηση για την τριτοβάθμια εκπαίδευση σίγουρα δεν συγκίνησε κανέναν. Αντιθέτως, μπορεί να θύμωσε και κάποιους το ότι στην ηγεσία αυτών μορφωμάτων βρίσκονται πρώην στελέχη του υπουργείου Παιδείας. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι λίγο αργότερα ο κ. Μητσοτάκης, αναφερόμενος στην εκπαιδευτική του πολιτική, αναγόρευσε σε πρωταρχικό του στόχο την αποσύνδεση του απολυτηρίου λυκείου με την εισαγωγή στη τριτοβάθμια εκπαίδευση. Κάτι που παραπέμπει σε περιορισμό των εισακτέων και περαιτέρω αποκλεισμό των παιδιών των μη προνομιούχων από την ανώτατη εκπαίδευση. Βλέπετε, αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να δημιουργηθεί πελατεία για τα ΙΕΚ νέας γενεάς, που η κυβέρνηση ονομάζει πανεπιστήμια.
Εξίσου απογοητευτικές ήταν οι πρωθυπουργικές αναφορές στη δημόσια υγεία. Ο πρωθυπουργός, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες γιατρών και νοσηλευτών για την υποστελέχωση και τις ελλείψεις στα δημόσια νοσοκομεία, μας είπε ότι τα έχει κάνει όλα καλά. Μάλιστα, χαρακτήρισε του διαμαρτυρόμενους λειτουργούς της δημόσιας υγείας «μειοψηφία που δεν ακούει κανέναν και μιλάει μόνο στην ντουντούκα». Ξέχασε ότι, στις εκλογές της ΕΙΝΑΠ, η εκλεκτή του, η κ. Παγώνη, ήρθε δεύτερη και καταϊδρωμένη πίσω από την Πανεπιστημονική (ΚΚΕ) και έβγαλε τις ίδιες έδρες με την παράταξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που ήρθε τρίτη. Με άλλα λόγια, η πολιτική της ιδιωτικοποίησης των λειτουργιών της δημόσιας υγείας, που επιχειρούν οι κ. Μητσοτάκης και Γεωργιάδης, αποδοκιμάζεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στη δημόσια υγεία.
Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι ο κ. Μητσοτάκης προσπάθησε να αναγορεύσει το τεράστιο και αμφιβόλου αξίας και χρησιμότητας πρόγραμμα πολεμικών δαπανών που έχει εξαγγείλει σε μέγα εθνικό στόχο. Δεν μπορεί να χωρέσει το μυαλό του ότι οι μόνοι που χαίρονται για αυτά τα λεφτά, που θα πεταχτούν για να καταλήξουν στις τσέπες κυρίως γαλλικών, γερμανικών και ολλανδικών πολεμικών βιομηχανιών, είναι οι μεσάζοντες οπλικών συστημάτων, ο ίδιος και το περιβάλλον του. Οι υπόλοιποι νιώθουμε μόνο αγανάκτηση για την ανάληψη αυτού του οικονομικού βάρους από το κοινωνικό σύνολο.
Συμπερασματικά, αυτό που δεν μπορεί να κρυφτεί πλέον ούτε από τις δημοσκοπήσεις είναι ότι η κυβέρνηση έχει μια αντιλαϊκή ατζέντα λιτότητας και πλήρους κατεδάφισης των εργασιακών σχέσεων και τα όποια αντίμετρα προτείνει είναι ψίχουλα. Την επόμενη εβδομάδα θα ασχοληθούμε με τα κόμματα αντιπολίτευσης.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ