
Η χώρα των αντιθέσεων είναι εδώ

Ακούγοντας κανείς τον κόσμο να βαρυγγωμά, να αναστενάζει από τα προβλήματα της καθημερινότητας, να λέει ότι πνίγεται από την ακρίβεια και τους χαμηλούς μισθούς, θα νόμιζε ότι έχει να κάνει με μια κοινωνία δυστυχισμένων ανθρώπων, που δεν έχουν μαντίλι να κλάψουν, που, όταν έρχονται οι γιορτές, η κατάστασή τους επιδεινώνεται, γιατί διαπιστώνουν πως δεν μπορούν να τις γιορτάσουν όπως θέλουν ή όπως τις γιόρταζαν παλιότερα, όταν δεν υπήρχαν κρίσεις, Μνημόνια και «κόφτες» στις συντάξεις και στα επιδόματα.
Η εικόνα, όμως, του Πάσχα ήταν εντελώς διαφορετική. Τόσο διαφορετική, που φάνταζε ως… εικονική πραγματικότητα σε σχέση με τα όσα ακούμε και καταλαβαίνουμε. Γιατί, τη Μεγάλη Πέμπτη και τη Μεγάλη Παρασκευή, οι δύο εθνικοί δρόμοι που οδηγούν προς Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα και προς Πελοπόννησο είχαν… πήξει από τα οχήματα, τα λεωφορεία και τα τρένα ήταν γεμάτα και είχαν βάλει και έκτακτα δρομολόγια για να εξυπηρετήσουν την υπερβολικά αυξημένη κίνηση, ενώ μεγάλη ήταν και η κίνηση στα πλοία, αν και μικρότερη από άλλες φορές.
Και όλα αυτά με τη βενζίνη στα 2 ευρώ και πάνω, με τα διόδια φαρμάκι, με τις τιμές των εισιτηρίων στα ύψη και φυσικά με την αγορά των πασχαλινών απλησίαστη.
Πώς εξηγείται αυτό; Πώς γίνεται μια καθημαγμένη κοινωνία να έχει κουράγιο, χρήματα, τρόπους να… μετακομίσει για τέσσερις μέρες στην επαρχία και στα νησιά, για να ζήσει το ελληνικό, παραδοσιακό Πάσχα;
Τι συμβαίνει; Ξαφνικά, κέρδισαν όλοι το… λαχείο; Πήραν κάποιο μεγάλο επίδομα, τους άγγιξε ένα μαγικό ραβδί και από φτωχοί μεροκαματιάρηδες μεταλλάχτηκαν σε καλοβολεμένους αστούς;
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Απλώς, στο Λεκανοπέδιο ζουν κάποια εκατομμύρια ανθρώπων που ανήκουν σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, από πολύ φτωχούς μέχρι πολύ πλούσιους. Όσοι από αυτούς είναι πάνω από τον μέσο όρο, έχουν, δηλαδή, δύο νορμάλ συντάξεις, αν είναι σύζυγοι, μία καλή θέση στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, κάποιο έξτρα εισόδημα από ενοίκια κ.λπ., μπορούν εύκολα να διαθέσουν κάποια χρήματα για να κάνουν Πάσχα στην ύπαιθρο.
Υπάρχει, όμως, και η άλλη εκδοχή. Ότι οι μισοί Έλληνες έχουν λεφτά γιατί κλέβουν τους άλλους μισούς. Γιατί βρίσκονται σε θέσεις που μπορούν να βγάλουν έξτρα χρήματα για διάφορες… διευκολύνσεις, όπως το… γρηγορόσημο, για παράδειγμα, επειδή έχουν τρόπο να βγάζουν μαύρα λεφτά, επειδή μπορούν να φοροδιαφεύγουν κ.λπ. Το θέμα είναι ότι, στη χώρα που ζούμε και στην κοινωνία που διαμορφώνουμε, εκείνοι που έχουν μια καλή οικονομική βάση μπορούν να εξελιχθούν, να αυγατίσουν τα έσοδά τους, ενώ αυτοί που δεν έχουν τίποτα θα παραμείνουν στο τίποτα και δεν έχουν καμιά πιθανότητα να ανέβουν επίπεδο, να βελτιώσουν τη ζωή τους.
Και έτσι, ενώ από τη μία πλευρά κοιτούσαμε τις ουρές των οχημάτων στα διόδια, από την άλλη, στο κλείσιμο της αγοράς, το Μεγάλο Σάββατο, βλέπαμε κάποιους να ψάχνουν μήπως βρουν κάτι που περίσσεψε, κάτι που παράπεσε και να παρακαλάνε τους χασάπηδες να τους δώσουν κάτι που δεν θα μπορέσουν να το πουλήσουν γιατί λήγει, τίποτα εντόσθια που δεν θα πουλιόταν εύκολα μετά το Πάσχα κ.λπ.
Ήταν πολλές οι αντιθέσεις που είδαμε αυτό το Πάσχα. Και πολλά τα συμπεράσματα που βγάλαμε.
Δεν θα μείνουμε, όμως, σε αυτά. Γιατί λίγο – πολύ τα γνωρίζουμε. Και τη φοροδιαφυγή, και το κλέψιμο, και τον παράνομο πλουτισμό από τα σκάνδαλα, και όλα. Εκείνο που δεν μπορούμε να χωνέψουμε είναι ότι χρονιάρες μέρες, μέρες χαράς, μέρες Ανάστασης, υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν στα σκουπίδια για να φάνε, υπάρχουν άνθρωποι που κοιμούνται στον δρόμο, υπάρχουν άνθρωποι που βιώνουν την ακραία φτώχεια και τη δυστυχία.
Και αντί να ρίξουμε ένα βλέμμα συμπάθειας σε αυτούς, πήραμε των ομματιών μας και φύγαμε, κάνοντας πως δεν τους βλέπουμε, πως δεν υπάρχουν.
Για να τους ξαναβρούμε, στην επιστροφή, στους δρόμους και στα παγκάκια, σαν… Ερινύες μιας άλλης εποχής, να μας θυμίζουν ότι σε αυτόν τον κόσμο δεν είμαστε μόνοι μας, αλλά θα φύγουμε μόνοι μας.
Αυτή, όμως, είναι η κοινωνία μας, αυτός είναι ο κόσμος που δημιουργήσαμε, αυτή είναι η ζωή μας.
Επειδή, λοιπόν, εμείς τα διαμορφώσαμε όλα αυτά, εμείς τα καθιερώσαμε, εμείς τα στρώσαμε, εμείς είμαστε και οι μόνοι που μπορούμε να τα αλλάξουμε.
Θα το κάνουμε όμως; Θέλουμε;