
Η Ακροδεξιά του Κέντρου και το νέο πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα – Του Ν. Στραβελάκη

Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Αφορμή για το σημερινό άρθρο είναι οι αντιδράσεις κάποιων στην ανάλυση του πολιτικού σκηνικού με βάση το δίπολο Δεξιά – Αριστερά. Χαρακτηρίζουν το συγκεκριμένο σχήμα διχαστικό, ξεπερασμένο, ιδεοληπτικό και θεωρούν εχθρούς της χώρας και της κοινωνίας όσους σκέφτονται με αυτούς τους όρους. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι άνθρωποι αυτοί δηλώνουν οπαδοί της Νέας Δημοκρατίας ή / και κομμάτων που βρίσκονται στα δεξιά της. Είναι οι άνθρωποι που αποκαλούμε ακροδεξιούς.
Όταν κάποιο κείμενο ή δημόσια τοποθέτηση χαρακτηρίσει τις απόψεις τους ή το κόμμα τους ακροδεξιό, σπεύδουν να στολίσουν τον συντάκτη με ένα σωρό κοσμητικά επίθετα, αποφεύγοντας έτσι να τοποθετηθούν για την ουσία των θέσεων τους. Αυτές περιλαμβάνουν την αντίθεσή τους στην παρουσία μεταναστών και προσφύγων στη χώρα, την ανάγκη τους η Ορθόδοξη Εκκλησία να παραμείνει συστατικό στοιχείο του σύγχρονου ελληνικού κράτους και αρκετές φορές την απόρριψη συλλήβδην της όποιας «δικαιωματικής ατζέντας». Είναι διαπρύσιοι υποστηρικτές της απονομής δικαιοσύνης, της πάταξης της εγκληματικότητας, ενώ θεωρούν ότι η χώρα και συλλήβδην οι έχοντες ελληνική ιθαγένεια κινδυνεύουν από σκοτεινά κέντρα εκτός Ελλάδος και τους εγχώριους πράκτορές τους.
Στο πεδίο της οικονομίας, παρόλο που περιγράφουν με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο τις κακουχίες που υφίστανται τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα, όταν έρθει η συζήτηση σε αυξήσεις μισθών ή αναδιανομή εισοδήματος, δεν είναι το ίδιο υποστηρικτικοί. Θεωρούν ότι, αν απομακρυνθούν οι μετανάστες και απομονωθούν τα κέντρα που μας εχθρεύονται, η οικονομική μεγέθυνση θα φροντίσει τη μείωση της ανεργίας και την αποκατάσταση των εισοδημάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι τις περισσότερες φορές αντίθετοι με τη συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης και, όταν δεν μπορούν να την αποφύγουν, επιμένουν ότι τα συνδικάτα θα πρέπει να περιορίζονται μόνο στους ημεδαπούς εργάτες.
Κοντολογίς, η αντίθεσή τους στο δίπολο Αριστερά – Δεξιά είναι η αντίθεσή τους στο γεγονός ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου υπάρχουν κοινωνικές τάξεις με αντίθετα συμφέροντα. Θεωρούν ότι αυτές οι αντιθέσεις δεν είναι οι κυρίαρχες, είναι ιδεοληψίες στο μυαλό κάποιων και δεν αποτελούν τη βάση των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Θυμίζουν τον αλήστου μνήμης υπουργό Εργασίας των κυβερνήσεων Κωνσταντίνου Καραμανλή, Κωνσταντίνο Λάσκαρη, που το 1976 κατήργησε διά νόμου την ταξική πάλη.
Βέβαια, η άρνηση του δίπολου Αριστερά – Δεξιά ειδικά στην ελληνική περίπτωση έχει και πολιτικές προεκτάσεις για την Ακροδεξιά. Βλέπετε, στην Ελλάδα, η Ακροδεξιά έχει λειτουργήσει προδοτικά και την περίοδο της γερμανικής Κατοχής αλλά και στην τραγωδία του κυπριακού λαού. Όταν, λοιπόν, κάποιος παραδεχθεί τον τίτλο του ακροδεξιού, είναι δύσκολο να πλασαριστεί ως αγνός πατριώτης που θέλει μόνο το καλό του τόπου. Αντίστοιχα, είναι δύσκολο η Ακροδεξιά να εμφανιστεί ως τιμητής του δικαίου και της αστικής δημοκρατίας. Αμφότερα τα έχει τραυματίσει και καταργήσει ουκ ολίγες φορές, αρκεί να θυμηθούμε την εκτέλεση του Μπελογιάννη, του Μπάτση, του Αργυριάδη και του Καλούμενου το 1952 και το πραξικόπημα του 1967.
Το βασικότερο είναι ότι τα γεγονότα αυτά έχουν σημαδέψει βαθιά την ελληνική κοινωνία. Στην ουσία, το πολιτικό, ιδεολογικό και αξιακό σύστημα των ανθρώπων που προσδιορίζονται αριστεροί απέχει παρασάγγας από το αξιακό σύστημα των ανθρώπων που προσδιορίζονται δεξιοί (ακόμη και αν ντρέπονται να το πουν). Αυτό δυσκολεύει την κυβερνησιμότητα σε περιόδους κρίσης σαν τη σημερινή. Σε αυτό το πλαίσιο, οι light εκδοχές της Ακροδεξιάς επιδιώκουν να απορροφήσουν τη λαϊκή οργή διευκολύνοντας κεντροδεξιές συμμαχίες με ή χωρίς τον κ. Μητσοτάκη.
Στο πλαίσιο αυτό, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας έχει υιοθετήσει, ανεχθεί και προβάλει ακροδεξιές φωνές στις τάξεις του, με κορυφαία, φυσικά, εκείνη του αντιπροέδρου του, Άδωνη Γεωργιάδη. Είναι μια προσπάθεια να περιορίσει την αυτονόμηση της Ακροδεξιάς, που χαρακτηρίζει τις περιόδους οικονομικών κρίσεων, αλλά γίνεται όλο και δυσκολότερη όσο η κρίση επιμένει. Αυτός είναι και ο λόγος που οικονομικά συμφέροντα αλλά και ξένα κέντρα επιδιώκουν πλέον τη διαμόρφωση και τον έλεγχο της Ακροδεξιάς, ώστε να επηρεάσουν μέσα από αυτή τόσο τις εκλογικές όσο και τις μετεκλογικές εξελίξεις.