
Γρ. Κωνσταντέλλος στο “Π”: Μετριοκρατία και οικογενειοκρατία στην ελληνική πολιτική
Του
ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΛΟΥ
Δημάρχου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης,
Α’ Αντιπροέδρου Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ)
Η ελληνική πολιτική σκηνή είναι διαχρονικά εγκλωβισμένη σε δύο διαβρωτικά φαινόμενα: τη μετριοκρατία και την οικογενειοκρατία. Δεν πρόκειται απλώς για στοιχεία της πολιτικής μας κουλτούρας, αλλά για δομικές παθογένειες, που έχουν τις ρίζες τους στα πρώτα βήματα του ελληνικού κράτους, ήδη από την εποχή του Όθωνα. Ο διαχρονικός διχασμός της κοινωνίας και η συστηματική κομματική πόλωση καλλιέργησαν το έδαφος για την αναπαραγωγή αυτών των φαινομένων.
Η μετριοκρατία εμφανίζεται όταν θέσεις εξουσίας καταλαμβάνονται όχι από τους ικανότερους, αλλά από όσους διαθέτουν προσβάσεις, κομματική πίστη ή πελατειακά δίκτυα. Αντίστοιχα, η οικογενειοκρατία λειτουργεί ως ένας μηχανισμός πολιτικής διαδοχής, μεταβιβάζοντας την ισχύ από γενιά σε γενιά, ανεξάρτητα από αξιοκρατική κρίση ή κοινωνική καταξίωση.
Στην ελληνική περίπτωση, η οικογενειοκρατία δεν είναι απλώς παρούσα – είναι κυρίαρχη. Ονόματα όπως Παπανδρέου, Καραμανλής, Μητσοτάκης, Κεφαλογιάννης και άλλα σηματοδοτούν τη διαχρονική επιρροή συγκεκριμένων οικογενειών στον δημόσιο βίο. Η πολιτική αναγνωρισιμότητα και η επικοινωνιακή δυναμική του ονόματος λειτουργούν ως διαβατήριο εξουσίας. Έτσι, δημιουργείται ένα πολιτικό σύστημα, κλειστό και αυτοαναπαραγόμενο, που αφήνει ελάχιστο χώρο σε ανθρώπους με διαφορετική, κοινωνική ή επαγγελματική, πορεία.
Παράλληλα, οι εσωκομματικοί μηχανισμοί παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αδιαφανείς και αναχρονιστικοί. Οι υποψηφιότητες διαμορφώνονται περισσότερο στο παρασκήνιο παρά μέσα από ανοιχτές, δημοκρατικές διαδικασίες. Όποιος δεν φέρει πολιτικό επώνυμο ή δεν είναι ενταγμένος σε ισχυρά δίκτυα εξουσίας ξεκινά με μειονέκτημα, όσο ικανός, μορφωμένος ή καταξιωμένος κι αν είναι.
Η μετριοκρατία ενισχύεται σε αυτό το περιβάλλον: Όσοι γνωρίζουν να ελίσσονται ή να εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα συχνά επιβραβεύονται, εις βάρος εκείνων που διαθέτουν γνήσιο όραμα, στρατηγική σκέψη και πραγματική επάρκεια. Το τίμημα για τη δημόσια διοίκηση και την ποιότητα της πολιτικής είναι βαρύ. Οι θεσμοί αποδυναμώνονται, η εμπιστοσύνη των πολιτών διαβρώνεται και η πρόοδος ανακόπτεται.
Αξίζει, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε ότι η οικογενειακή πολιτική καταγωγή δεν συνιστά εξ ορισμού μειονέκτημα. Υπήρξαν περιπτώσεις, όπως του Ανδρέα Παπανδρέου ή του Κωνσταντίνου Καραμανλή του νεότερου, που απέδειξαν πως το πολιτικό όνομα δεν αποκλείει την αυτοδύναμη και ποιοτική πορεία. Όταν η καταγωγή συνοδεύεται από ουσιαστικά προσόντα και αυτόνομη σκέψη, η οικογενειακή συνέχεια δεν είναι πρόβλημα – είναι απλώς ένα δεδομένο. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Υπάρχει σύστημα που να δίνει ίσες ευκαιρίες και στους «μη κληρονόμους»;
Σε πολλές δυτικές δημοκρατίες, αν και υπάρχουν πολιτικές δυναστείες, τα θεσμικά αντίβαρα περιορίζουν τη δύναμή τους. Στις ΗΠΑ, ο γιος του γερουσιαστή Τζορτζ Μπους εξελέγη Πρόεδρος όχι χάρη στο όνομά του, αλλά έπειτα από αυστηρή πολιτική δοκιμασία. Ομοίως, ο Τζάστιν Τριντό στον Καναδά απέκτησε την ηγεσία των Φιλελευθέρων μέσα από ανοιχτές διαδικασίες. Στην Ευρώπη, χώρες όπως η Γερμανία ή η Ολλανδία διαθέτουν μηχανισμούς αξιολόγησης και σταδιακής ανέλιξης, που καθιστούν την καταγωγή δευτερεύουσα έναντι του βιογραφικού, της εμπειρίας και του έργου.
Η Ελλάδα έχει απόλυτη ανάγκη από ένα νέο πολιτικό πρότυπο. Από ένα σύστημα που δεν θα αναπαράγει τους «βολικούς» ή τους «κληρονόμους», αλλά θα αναδεικνύει εκείνους που αξίζουν. Η λύση απαιτεί πολιτική βούληση, θεσμική αναμόρφωση και αλλαγή κουλτούρας: ενίσχυση της εσωκομματικής δημοκρατίας, αξιολόγηση βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, διαφάνεια, μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες και ενεργή συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική διαδικασία.
Τελικά, δεν φταίνε μόνο τα κόμματα ή τα συστήματα. Φταίει και η κοινωνία που ανέχεται ή επιβραβεύει πρόσωπα μόνο λόγω ονόματος. Αν θέλουμε ουσιαστική αλλαγή, πρέπει να πάψουμε να ψηφίζουμε με βάση την επωνυμία και να αρχίσουμε να επιλέγουμε με βάση το ήθος, τις ιδέες και το έργο.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ