Γ. Ψυχογιός: Όταν αδειάζει το χωράφι, φτωχαίνει ολόκληρη η κοινωνία

Του
ΓΙΩΡΓΟΥ ΨΥΧΟΓΙΟΥ
Βουλευτή Κορινθίας


Υπάρχουν στιγμές που η συνεχής αναφορά στα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα κινδυνεύει να γίνει κουραστική. Όχι επειδή τα προβλήματα λύθηκαν. Το αντίθετο. Επειδή επαναλαμβάνονται χωρίς να αντιμετωπίζονται και κάθε χρόνο προσθέτουν έναν ακόμα λόγο ανασφάλειας στους –όλο και λιγότερους– ανθρώπους που επιμένουν να παράγουν.

Το 2026, μάλιστα, η φύση ήταν περισσότερο σύμμαχος. Οι βροχοπτώσεις του προηγούμενου χειμώνα και οι ηπιότερες καιρικές συνθήκες περιόρισαν ορισμένες από τις πιέσεις προηγούμενων ετών. Δεν έλυσαν, βέβαια, το χρόνιο πρόβλημα της διαχείρισης των υδάτινων πόρων ούτε μπορούν να υποκαταστήσουν την ολοκλήρωση κρίσιμων υποδομών, όπως το φράγμα του Ασωπού. Στον όγδοο χρόνο της κυβέρνησης Μητσοτάκη, το πιο σημαντικό έργο για την Κορινθία έχει προχωρήσει 5% (!) από το 2019…

Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ίδιο σημείο: Ο παραγωγός της Κορινθίας έχει φέτος περισσότερο προϊόν, αλλά δυσκολεύεται να το πουλήσει. Όλες οι καλλιέργειες του νομού αντιμετωπίζουν είτε περιορισμένη ζήτηση είτε τιμές κάτω από το κόστος και τον μόχθο της παραγωγής.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες αντιφάσεις της σημερινής οικονομίας. Το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό, η ζήτηση και οι τιμές στο χωράφι πιέζονται, ενώ οι τιμές που συναντά ο καταναλωτής στο ράφι ακολουθούν την αντίθετη διαδρομή. Χάνει ο παραγωγός, πληρώνει ακριβά ο καταναλωτής και η υπεραξία χάνεται κάπου ανάμεσά τους.

Αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι το αποτέλεσμα ενός παραγωγικού και οικονομικού μοντέλου που αποδυναμώνει ταυτόχρονα την παραγωγή και την αγοραστική δύναμη της κοινωνίας. Όταν ένα νοικοκυριό αναγκάζεται να περιορίσει ακόμη και την αγορά φρούτων και βασικών ειδών διατροφής, η κρίση του διαθέσιμου εισοδήματος μεταφέρεται αναπόφευκτα πίσω στο χωράφι. Και όταν το εισόδημα του αγρότη μειώνεται, ενώ το κόστος της ενέργειας, των καυσίμων, των εφοδίων και των μεταφορών παραμένει υψηλό, κάποια στιγμή η καλλιέργεια δεν είναι βιώσιμη.

Αυτήν την πραγματικότητα τη γνωρίζουν καλά στα χωριά της Κορινθίας. Ίσως, όμως, να μη φαίνεται το ίδιο καθαρά από τα υπουργικά γραφεία της πλατείας Βάθη. Γιατί πίσω από κάθε στρέμμα που εγκαταλείπεται δεν βρίσκεται μόνο ένα χαμένο αγροτικό εισόδημα. Βρίσκεται λιγότερος τζίρος στην τοπική αγορά, λιγότερη εργασία, ένας νέος άνθρωπος που σκέφτεται να φύγει και μια περιφέρεια που ερημώνει.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι κάθε τόσο ένα ακόμη επίδομα ή ένα κουπόνι για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες μιας πολιτικής που αφήνει ανέγγιχτες τις αιτίες. Η σκανδαλώδης εύνοια στα καρτέλ των super markets και στους μεσάζοντες, η διάλυση των ελεγκτικών μηχανισμών στα σύνορα και στην ενδοχώρα, η υπογραφή της Mercosur από τους κυβερνητικούς ευρωβουλευτές, οι οποίοι παριστάνουν τους ανήξερους, είναι πολιτικές επιλογές που θέλουν να μας γυρίσουν στην εποχή των τσιφλικάδων και των κολίγων.

Χρειάζεται μείωση του πραγματικού κόστους παραγωγής, σύγχρονη πολιτική για το νερό, ισχυρότεροι και διαφανείς συνεταιρισμοί, έλεγχος της αγοράς και των αθέμιτων πρακτικών, στήριξη της μεταποίησης και ουσιαστική ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών.

Η στήριξη του πρωτογενούς τομέα δεν είναι μια συντεχνιακή απαίτηση των αγροτών. Είναι ζήτημα διατροφικής ασφάλειας, κοινωνικής συνοχής της ελληνικής περιφέρειας. Και για έναν τόπο όπως η Κορινθία είναι τελικά ζήτημα επιβίωσης και προοπτικής.

*Το άρθρο είναι αφιερωμένο στη συμπατριώτισσά μου, Σοφία Μπαλτά, η οποία έφυγε από κοντά μας και είχε αγωνιστεί πολύ και για τα αγροτικά ζητήματα του νομού.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ



Διαβάστε επίσης