Γ. Μουλκιώτης στο “Π”: Υποκλοπές και ΟΠΕΚΕΠΕ

Γ. Μουλκιώτης στο “Π”: Υποκλοπές και ΟΠΕΚΕΠΕ

–Δύο σκάνδαλα, μία σταθερά: Η αποφυγή της κυβερνητικής / γαλάζιας λογοδοσίας

Του
ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΟΥΛΚΙΩΤΗ
Βουλευτή ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ Βοιωτίας,
Τομεάρχη Προστασίας του Πολίτη


Τα τελευταία χρόνια, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με δύο σοβαρές υποθέσεις που δοκιμάζουν τα όρια του κράτους δικαίου: Το σκάνδαλο των υποκλοπών και την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Διαφορετικά πεδία, τα θεμελιώδη δικαιώματα από τη μία, η διαχείριση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων από την άλλη. Δεν πρόκειται, όμως, για μεμονωμένα περιστατικά. Εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πολιτικό μοτίβο που χαρακτήρισε τα τελευταία χρόνια τη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας: Την υποχώρηση της θεσμικής λογοδοσίας, τη διαχείριση κρίσιμων κρατικών μηχανισμών με όρους κομματικού ελέγχου και μια διαρκή προσπάθεια μετατόπισης ή διάχυσης των ευθυνών όταν ανακύπτουν σκάνδαλα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τόσο η υπόθεση των υποκλοπών όσο και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν εμφανίζονται ως ατυχείς εξαιρέσεις αλλά ως χαρακτηριστικές εκφράσεις μιας πολιτικής πρακτικής που δοκιμάζει τις αντοχές των θεσμών και του κράτους δικαίου.

Η υπόθεση των υποκλοπών συγκλόνισε την ελληνική δημοκρατία. Η παρακολούθηση πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων και πολιτών μέσω παράνομων λογισμικών και μηχανισμών παρακολούθησης άνοιξε μια βαθιά συζήτηση για τη λειτουργία των θεσμών και για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών. Η πρόσφατη δικαστική εξέλιξη για το παράνομο λογισμικό «Predator» υπενθύμισε ότι το ζήτημα δεν ήταν μια υπερβολή της αντιπολίτευσης αλλά μια πραγματική θεσμική πληγή που απαιτεί πλήρη διερεύνηση.

Την ίδια στιγμή, η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε ένα ακόμη ζήτημα που αφορά τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων και τη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους.

Οι αγροτικές ενισχύσεις αποτελούν κρίσιμο εργαλείο στήριξης της ελληνικής παραγωγής.

Δεν είναι κομματικό εργαλείο ούτε πεδίο εξυπηρέτησης ημετέρων.

Ωστόσο, αντί η κυβέρνηση να συμβάλει σε μια πλήρη και ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, επέλεξε μια διαφορετική τακτική. Επιχείρησε να διαχύσει τις ευθύνες προς όλες τις κατευθύνσεις, προσπαθώντας να παρουσιάσει την υπόθεση ως ένα διαχρονικό πρόβλημα για το οποίο «δήθεν» ευθύνονται όλοι. Ταυτόχρονα, κρίσιμοι μάρτυρες, που θα μπορούσαν να ρίξουν φως στις πραγματικές διαστάσεις της υπόθεσης, δεν κλήθηκαν ποτέ να καταθέσουν στην Εξεταστική Επιτροπή.

Ακόμη πιο προβληματικό είναι το γεγονός ότι η διαδικασία της Επιτροπής επιχειρήθηκε να ολοκληρωθεί με διαδικασίες που έδωσαν την εντύπωση βιασύνης και συγκάλυψης, χωρίς απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα. Η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής δεν μπορεί να λειτουργεί ως διαδικασία διεκπεραίωσης για τα μάτια του κόσμου ούτε ως μηχανισμός περιορισμού της αλήθειας. Ο ρόλος της είναι να φωτίζει πλήρως τις υποθέσεις που αγγίζουν τη δημόσια ζωή.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το κοινό νήμα που συνδέει τις δύο υποθέσεις. Είτε πρόκειται για την παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών είτε για τη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, το πρόβλημα ανακύπτει όταν η εξουσία επιχειρεί να αποφύγει τον έλεγχο και να περιορίσει κατά τον μέγιστο βαθμό τη θεσμική διερεύνηση.

Η δημοκρατία, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί με ζώνες αδιαφάνειας. Δεν μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις όπου οι θεσμοί λειτουργούν επιλεκτικά ή όπου η πολιτική ευθύνη επιχειρείται να διαχυθεί, ώστε να μην αποδοθεί πουθενά.

Η χώρα χρειάζεται ισχυρούς θεσμούς, πραγματική ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών και πλήρη διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Γιατί το κράτος δικαίου δεν δοκιμάζεται μόνο όταν παραβιάζονται δικαιώματα. Δοκιμάζεται και μάλιστα διακυβεύεται το κύρος του όταν η κυβέρνηση επιχειρεί να αποφύγει τη λογοδοσία.

Και αυτό είναι ένα μάθημα που η δημοκρατία μας δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει.

H κυβέρνηση είναι αντιμέτωπη με τα έργα και τις ημέρες της.

Στην απεγνωσμένη προσπάθεια επιλογής –τόσο στα Τέμπη και στις υποκλοπές αλλά πολύ περισσότερο στον ΟΠΕΚΕΠΕ– της επίκλησης του παρελθόντος και του ρητού άρρητου συμψηφισμού κατοικεί μια πολιτική ήττα.

Το σχήμα της εξουσίας Μητσοτάκη έχει εξαντληθεί.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ