
Ευ. Λιακούλη στο “Π”: Συνταγματική Αναθεώρηση: Μια ευκαιρία που δεν πρέπει να την καταπιεί η επικοινωνία
Της
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΛΙΑΚΟΥΛΗ
Βουλευτού ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ Λάρισας,
Τομεάρχου Δικαιοσύνης, Θεσμών και Διαφάνειας
Η επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν μπορεί να αποτελέσει μια ακόμη νομική ή θεσμική «άσκηση», καθώς αποτελεί πλέον μια πολιτική και ηθική αναμέτρηση για τη διαφύλαξη της εμπιστοσύνης των πολιτών, την περιφρούρηση της ακεραιότητας του κράτους και της δημοκρατικής συνοχής της κοινωνίας μας.
Ωστόσο, πριν ακόμη φτάσουμε στη συζήτηση για τις όποιες αλλαγές, υπάρχει ένα κρίσιμο προαπαιτούμενο: Ο σεβασμός του ίδιου του Συντάγματος από όλους, κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενους, πολιτικούς και πολίτες, χωρίς υπεκφυγές και προσχήματα, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις. Όπως έχει επισημανθεί εμφαντικά από τον πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και υπουργό Ευ. Βενιζέλο αλλά και από πολλούς ακαδημαϊκούς παράγοντες, καθώς και πολιτικούς, το πρόβλημα της χώρας δεν είναι πρωτίστως συνταγματικό. Το πρόβλημα της χώρας συνίσταται σε μια βαθιά ριζωμένη κρίση αξιοπιστίας, καθώς και στη διογκούμενη αποξένωση των πολιτών από τους θεσμούς – μια φθορά που ακουμπά τη Βουλή, τα κόμματα, την κυβέρνηση, τη Δικαιοσύνη, ακόμη και τις Ανεξάρτητες Αρχές και καταγράφεται σε όλες τις σχετικές μετρήσεις γνώμης. Ζούμε, άλλωστε, σε μια εποχή όπου η νομιμοποίηση, η συμμετοχή και η αντιπροσώπευση μοιάζουν παγκοσμίως να έχουν χάσει το έρεισμά τους, με μεγάλους δυνητικούς κινδύνους να προδιαγράφονται μπροστά μας, αν ήδη δεν συμβαίνουν τη στιγμή που γράφονται αυτές οι λέξεις.
Στο πλαίσιο των παραπάνω και μέσα σε αυτό το κλίμα, εγχώριες υποθέσεις, όπως οι υποκλοπές πολιτικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένου του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ Ν. Ανδρουλάκη, δημοσιογράφων, στρατιωτικών παραγόντων –ακόμη και υπουργών της κυβερνώσας παράταξης–, ή η υπόθεση Novartis, η τραγωδία των Τεμπών αλλά και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αντί να λύνουν απορίες, συχνά γεννούν περισσότερες στους πολίτες, κλονίζοντάς τους, απογοητεύοντάς τους και ενδυναμώνοντας έτι περαιτέρω την ευρέως πλέον εδραιωμένη πεποίθηση της ατιμωρησίας.
Και αυτό δεν συμβαίνει τυχαία. Σήμερα, η χώρα μας συγκλονίζεται από μια βαθιά κρίση θεσμών, από ένα κύμα αμφισβήτησης που ακουμπά τον πυρήνα των αξιών μας, καθώς και του Κράτους Δικαίου. Σκάνδαλα που σοκάρουν, δίκες που αποκαλύπτουν σκηνοθετημένες διαδικασίες, Εξεταστικές Επιτροπές-παρωδία, υπουργοί που διαφεύγουν ουσιαστικού ελέγχου χάρη σε θεσμικά παραθυράκια, πολίτες που βλέπουν ότι η ίδια η Δικαιοσύνη μοιάζει δέσμια πολιτικών σκοπιμοτήτων. Όλα αυτά ενδυναμώνουν την ευρύτερη αίσθηση ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν με διαφάνεια, ότι η λογοδοσία είναι επιλεκτική αλλά και ότι η αξιοκρατία υποχωρεί μπροστά στην αυθαιρεσία.
Επιπλέον, μια δημοκρατικά συντεταγμένη Πολιτεία δεν μπορεί να λειτουργεί με έναν πρωθυπουργό με υπερσυγκεντρωμένες εξουσίες, χωρίς αντίστοιχα θεσμικά αντίβαρα και εγγυήσεις, αλλά ούτε και με μια πλειοψηφία που λειτουργεί ανεξέλεγκτα, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τα δικαιώματα της μειοψηφίας, τα οποία, παρότι προβλέπονται, στην ουσία μένουν χωρίς αντίκρισμα, όπως βλέπουμε διαρκώς να συμβαίνει, π.χ., στις Εξεταστικές Επιτροπές, συμπεριλαμβανομένης της εν εξελίξει Εξεταστικής για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ούτε, βέβαια, μπορεί η σχέση πολίτη – βουλευτή να παραμένει θολή, όταν υπάρχει ανάγκη για ένα εκλογικό σύστημα που να ενισχύει την προσωπική λογοδοσία, ίσως με περισσότερες μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες και λίστες, κατά το γερμανικό παράδειγμα.
Και βέβαια, το άρθρο 86 θα πρέπει να αποτελέσει τη μητέρα όλων των μαχών και κεντρικό σημείο της αναθεώρησης, αφού η ευθύνη των πολιτικά ισχυρών δεν μπορεί διαρκώς να προστατεύεται από παραγραφές και τεχνάσματα. Την ίδια στιγμή, βέβαια, επιβάλλεται και μια νέα, ανεξάρτητη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, με αντικειμενικά κριτήρια και όχι με κομματικές στοχεύσεις και εξαρτήσεις, που και αυτά με τη σειρά τους εντείνουν την αίσθηση άνωθεν διαπλοκής στους πολίτες. Η συζήτηση καθίσταται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, επίσης, για τις αρμοδιότητες και την εκλογή του ΠτΔ, για ζητήματα ισότητας, αυτοτέλειας της Αυτοδιοίκησης, προστασίας του περιβάλλοντος κ.λπ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν αποτελεί «πολυτέλεια» αλλά άμεση αναγκαιότητα, αφού απαιτείται η θωράκιση του Κράτους Δικαίου, όχι ως μιας αφηρημένης έννοιας, αλλά ως ζητούμενο επιβίωσης για την ίδια την κοινωνία. Και αυτό, αυτονοήτως, δεν μπορεί να γίνει με επιφανειακές ή με επικοινωνιακές πομφόλυγες αλλά με τόλμη και ειλικρίνεια από όλες τις πολιτικές δυνάμεις, για όλα τα παραπάνω ανοιχτά ζητήματα.
Αυτό θα είναι το «τεστ ενηλικίωσης» της Δημοκρατίας μας, η οποία δεν μπορεί να αντέξει ούτε μία ακόμη χαμένη ευκαιρία, στον βωμό της εφήμερης επικοινωνίας…