Εξωτερική πολιτική: Η πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων και ο ρόλος των διεθνών οργανισμών

Εξωτερική πολιτική: Η πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων και ο ρόλος των διεθνών οργανισμών


Του
ΧΡΗΣΤΟΥ Θ. ΜΠΟΤΖΙΟΥ
Πρέσβη ε.τ.


Τα τελευταία γεγονότα και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ο ατέλειωτος ρωσοουκρανικός πόλεμος επανάφεραν στο προσκήνιο το ερώτημα και το θέμα για τη σημασία των διεθνών σχέσεων και της εξωτερικής πολιτικής καθώς και τον ρόλο των διεθνών οργανισμών. Οι διεθνείς σχέσεις, όπως το δηλώνει και η ίδια η φράση, αφορούν τις επαφές που αναπτύσσονται μεταξύ των κρατών, σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο, και η εξωτερική πολιτική τους μηχανισμούς χάραξης και εφαρμογής της από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και τους αρμόδιους φορείς. Οι σχέσεις μεταξύ των λαών είναι γνωστές από το χάραμα της ιστορίας των ανθρώπων και αναπτύχθηκαν από την ανάγκη επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ τους.

Η εξωτερική πολιτική αποσκοπεί, πρωτίστως, στην προστασία των εθνικών συμφερόντων, ενώ οι επιλογές των μέσων για την επίτευξή τους προσδιορίζονται από πολλούς παράγοντες. Κυρίως από τις δυνατότητες που υπάρχουν για την επίτευξή τους. Σε κάθε περίπτωση, θεμελιώδης κανόνας για τη χάραξη και την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής είναι και δέον να είναι η προστασία των εθνικών συμφερόντων, η διαφύλαξη της εθνικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας, η ασφάλεια και η ευημερία του λαού.

Εύκολα γίνεται αντιληπτή η διαφορά μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Η μεν πρώτη αφορά εσωτερικές υποθέσεις και ανάγκες, με αυτόβουλες επιλογές και αποφάσεις. Αντίθε­τα, στη διαμόρφωση και στην εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής επιδρούν εξωγενείς παράγοντες, που κείνται ε­κτός της δυνατότητας αποτελεσματικού ελέγχου. Γιατί γράφονται τα παραπάνω; Κυρίως για­τί, συχνά – πυκνά, ασκείται κριτική για την ακολουθητέα από τις κυβερνήσεις ε­ξωτερική πολιτική, αγνοώντας τις εθνικές και διεθνείς πραγματικότητες. Η κριτική, συνήθως, δεν συνοδεύεται από επιχειρήματα και θέσεις που πείθουν για τη βασιμότητά της. Δεν πρέπει, επίσης, να αγνοείται το σοβαρό στοιχείο της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδος, η οποία βρίσκεται σε μια από τις πλέον ευαίσθητες περιοχές του πλανήτη και αντιμετωπίζει σοβαρές εξωτερικές προκλήσεις και απειλές. Δεν είναι ούτε Βέλγιο, ούτε Ολλανδία, ούτε Λουξεμβούργο, για να περιοριστούμε μόνο σε ορισμένες από τις χώρες-μέλη της ΕΕ.

Ακόμη, δέον να ληφθούν υπόψη οι αδυναμίες που παρουσιάζουν οι διεθνείς οργανισμοί, ο ρόλος των οποίων περιορίζεται στην παρακολούθηση των γεγονότων και στην επέμβαση όπου και όταν απαιτείται. Παράδειγμα, η UNESCO, που αποτελεί τον θεματοφύλακα και τον προστάτη της πνευματικής και καλλιτεχνικής παράδοσης των εθνών. Ποιες ήταν οι αντιδράσεις της στη μετατροπή από το καθεστώς Ερντογάν του Ναού της Αγίας Σοφίας σε τζαμί; Αντίστοιχα, ποια θέση έλαβε στις προθέσεις των αιγυπτιακών αρχών να ακυρώσουν το καθεστώς της Ιεράς Μονής του Σινά; Και στις δύο περιπτώσεις και σε ανάλογες ανά τον κόσμο, η UNESCO περιορίστηκε σε ρηματικές καταδίκες. Ενώ θα έπρεπε να προβαίνει στην αναστολή της ιδιότητας ή και στην αποβολή της παραβατικής χώρας από τον διεθνή οργανισμό. Δεν το πράττει, επικαλούμενη θεσμικές αδυναμίες…

Η εικόνα δεν είναι καλύτερη για τον ΟΗΕ, όπως και για την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Μόλις προ δεκαημέρου, περίπου, πραγματοποιήθηκε στη Χάγη η Σύνοδος της Νατοϊκής Συμμαχίας. Θριαμβευτής, ο αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Άπαντες υπέκυψαν στις απειλές του και αποδέχθηκαν την απαίτησή του για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ετήσιοu προϋπολογισμού εκάστης χώρας-μέλους. Πραγματικός νικητής, οι πολυεθνικές εταιρείες και οι χώρες παραγωγής όπλων (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία κ.ά.), συμπεριλαμβανομένης της γειτονικής μας Τουρκίας. Ακατονόμαστος εχθρός και αντίπαλος του δυτικού κόσμου, η πουτινική Ρωσία! Oχι για ιδεολογικούς, αλλά για γεωπολιτικούς λόγους.

Σε μια άκρως εύθραυστη περίοδο διεθνώς, όπως αυτή που διανύουμε, η ελληνική εξωτερική πολιτική και διπλωματία οφείλει να επιδείξει ευελιξία, εκμεταλλευόμενη και τα πλεονεκτήματα της γεωπολιτικής της θέσης, της ιστορίας του λαού της αλλά και τις δυνατότητες συνεισφοράς του Απόδημου Ελληνισμού. Κύριοι θεσμικοί φορείς της προάσπισης και της προώθησης των εθνικών συμφερό­ντων παραμένουν το υπουργείο Εξωτερικών και η Διπλωματική Υπηρεσία και οι εξειδικευμένες υπηρεσίες της. Ασφαλώς και το υπουργείο Άμυνας και οι Ένοπλες Δυνάμεις. Η ευαίσθητη αποστολή του ΥΠΕΞ και των διπλωματικών αντιπροσωπειών του στο εξωτερικό (πρεσβείες, μόνιμες αντιπροσωπείες, προξενικές αρχές), που το απαρτίζουν, το κατατάσσουν μεταξύ των σημαντικότερων θεσμικών οργάνων του κράτους. Ειδικότερα, η Διπλωματική Υπηρεσία, που κήδεται της προάσπισης και της προώθησης των ελληνικών συμφερόντων στο εξωτερικό, της διαρκούς και ανελλιπούς ενημέρωσης για τα διεθνή δρώμενα και των επισημάνσεων για τις πιθανές επιδράσεις στα ελληνικά συμφέροντα.

Αλλά και η Διπλωματική Υπηρεσία, με τη μακρά παράδοση και συνεισφορά, τα τελευταία χρόνια κατατρέχεται από το σύνδρομο παρακμής, τα βαθύτερα αίτια της οποίας μπορεί να αποδοθούν σε εσωτερικούς λόγους αλλά και σε αλλαγές που έχουν επέλθει σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Έχει απολεσθεί εκείνο που βασικά χαρακτήριζε το διπλωματικό σώμα, l’ esprit de corpe. Δηλαδή, η σύμπνοια μεταξύ των μελών του ίδιου κλάδου και επαγγέλματος.

Όπως έλεγε παλαιότερα ένας διακεκριμένος διπλωμάτης, ο μακαρίτης πρέσβης Βύρων Θεοδωρόπουλος: «Οι διπλωμάτες το υπουργείο Εξωτερικών δεν το υπηρετούν, αλλά το παντρεύονται!». Δηλαδή, ταυτίζο­νται με αυτό και συναισθηματικά δεν το αποχωρίζονται ποτέ. Η σημειούμενη παρακμή επιβεβαιώνεται και από ένα πρόσθετο στοιχείο. Εκείνο της μετάθεσης και τοποθέτησης του διπλωματικού προσωπικού, και όχι μόνο. Η εμπειρία, η προϋπηρεσία σε μαχητικά πόστα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χώρα μας και η έξωθεν καλή μαρτυρία για τις γνώσεις και τις ικανότητες δεν φαίνεται να μετράνε πλέον. Αρκούν οι καλές γνωριμίες, οι πολιτικές και υπηρεσιακές διασυνδέσεις. Οι επιπτώσεις για τον κλάδο στο μέλλον μπορεί να αποδειχθούν ο­δυνηρές.

Η χώρα μας, η οποία αντιμετωπίζει πολλές εξωτερικές προκλήσεις, έχει ανάγκη από μια Διπλωματική Υπηρεσία υψηλού επιπέδου, στελεχωμένη από έμπειρο προσωπικό, που θα ανέρχεται στην ιεραρχία μετά από ευδόκιμη υπηρεσία και σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές. Ασφαλώς, η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι μέλημα και χαράσσεται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Οι διπλωμάτες, με τις εμπειρίες και τις γνώσεις τους, μπορούν να συμβάλλουν εποικοδομητικά. Σε πολλά κείμενα ιστορικού περιεχομένου, ελληνικά ή ξένα, γίνεται αναφορά σε εκθέσεις πρέσβεων που είχαν ορθώς επισημάνει τη σημασία και τις πιθανές συνέπειες διαφόρων γεγονότων σε εθνικό ή και διεθνές επίπεδο.


ΤΟ ΠΑΡΟΝ