–Δεν μπορεί να πάει στις εκλογές χωρίς… επιτελάρχη το «επιτελικό κράτος»
Είναι πλέον κοινό μυστικό στους διαδρόμους του Μεγάρου Μαξίμου, στα πηγαδάκια της Πειραιώς αλλά και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις των υπουργών: Το τεράστιο κενό που άφησε πίσω του ο Γρηγόρης Δημητριάδης, όταν αποχώρησε από τον στενό πυρήνα της εξουσίας, δεν αναπληρώθηκε ποτέ. Και όσο ο χρόνος μετράει αντίστροφα στην προεκλογική κλεψύδρα, τόσο η απουσία αυτή μετατρέπεται από λειτουργική αρρυθμία σε ανοιχτή πολιτική πληγή.
Το αφήγημα του «επιτελικού κράτους» βασίστηκε σε μια πολύ συγκεκριμένη αρχιτεκτονική. Ο ρόλος του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν πάντα ξεκάθαρος: Να δίνει το όραμα, το πολιτικό στίγμα, την κατεύθυνση και να εξασφαλίζει την ευρωπαϊκή και θεσμική εικόνα της χώρας. Όμως, κάθε στρατηγός χρειάζεται έναν επιτελάρχη που θα λερώσει τα χέρια του στο μηχανοστάσιο. Ο Δημητριάδης ήταν ακριβώς αυτό: Ο άνθρωπος που αναλάμβανε να κάνει τους επιτελείς να κάνουν τελικά τη δουλειά τους. Ήταν ο ιμάντας μεταβίβασης της πρωθυπουργικής βούλησης στον κυβερνητικό μηχανισμό, ο άνθρωπος που έλυνε τους γόρδιους δεσμούς πριν αυτοί πνίξουν την κυβέρνηση.
Σήμερα, η εικόνα είναι ριζικά διαφορετική. Ο Γιώργος Μυλωνάκης, ο οποίος κλήθηκε να φορέσει τα… παπούτσια του προκατόχου του, αποδεικνύεται στην πράξη ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος αυτού του ρόλου. Η αλήθεια, που ομολογείται πια ανοιχτά στα κυβερνητικά κλιμάκια, είναι πως όχι μόνο δεν μπόρεσε να καλύψει το κενό, αλλά ελάχιστοι μπορούν πραγματικά να συνεργαστούν και να συνεννοηθούν μαζί του. Όταν ο κεντρικός συντονιστής δεν εμπνέει ούτε διαθέτει το απαραίτητο πολιτικό εκτόπισμα για να επιβάλει ρυθμούς, η μηχανή αρχίζει να ρετάρει.
Και τώρα η δυσλειτουργία αυτή κορυφώνεται. Σε μια προεκλογική περίοδο όπου τα λάθη δεν συγχωρούνται, η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει μόνο προβλήματα που ακουμπούν την καθημερινότητα του πολίτη. Εμφανίζει ένα πρωτοφανές, για τα δικά της δεδομένα, έλλειμμα συντονισμού, επικοινωνιακής ετοιμότητας και πολιτικών αντανακλαστικών. Σε αυτήν την κρίσιμη συγκυρία, ένας άνθρωπος με τα χαρακτηριστικά του Δημητριάδη φαντάζει πιο απαραίτητος από ποτέ.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο δίλημμα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ένας σύγχρονος Ρουβίκωνας.
Από τη μία, ο πρωθυπουργός μπορεί να επιλέξει να συνεχίσει μια μάλλον υποκριτική στάση, καθώς ουδείς πίστεψε ποτέ ότι ο Δημητριάδης λειτούργησε μόνος του. Οπότε είναι διπλά υποκριτικό το ότι κρατά σε απόσταση τον άνθρωπο που ενδεχομένως να μπορούσε να βάλει τάξη στο χάος, την ώρα που η κυβέρνηση, η οποία έχει ήδη ταλαιπωρηθεί από αμέτρητα σκάνδαλα, παραπαίει λειτουργικά.
Από την άλλη, υπάρχει ο δρόμος του πολιτικού ρεαλισμού. Να βρεθεί η φόρμουλα –έστω και τυπικά, με την οριστική αρχειοθέτηση και το νομικό κλείσιμο της υπόθεσης των υποκλοπών– ώστε ο Γρηγόρης Δημητριάδης να επιστρέψει στο προσκήνιο. Μια τέτοια κίνηση θα λειτουργούσε ως ηλεκτροσόκ, φορτσάροντας τους ρυθμούς του κομματικού και κυβερνητικού μηχανισμού, κάτι απολύτως αναγκαίο για να υπάρξει ανάκαμψη στις μετρήσεις και να κερδηθεί το στοίχημα της συσπείρωσης.
Το αντεπιχείρημα είναι γνωστό: «Τι θα πει η κοινή γνώμη;». Εδώ, όμως, χρειάζεται ψυχρή πολιτική ανάγνωση. Η πιθανή επιστροφή Δημητριάδη προφανώς και θα προκαλούσε αντιδράσεις, όμως, αυτές θα προέρχονταν κυρίως από μια δεξαμενή ψηφοφόρων που βρίσκεται ούτως ή άλλως απέναντι από τη Νέα Δημοκρατία και σε καμία περίπτωση δεν θα την ψήφιζε. Ο παραδοσιακός ψηφοφόρος της Κεντροδεξιάς ενδιαφέρεται πρωτίστως για την αποτελεσματικότητα, τη σταθερότητα και την αίσθηση ότι κάποιος κρατά γερά το τιμόνι.
Το «επιτελικό κράτος», χωρίς επιτελάρχη, έχει ήδη δείξει τα όριά του. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν λείπει ο Δημητριάδης από το Μαξίμου, αλλά αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι διατεθειμένος να πάρει την πολιτική απόφαση να τον επαναφέρει, πριν η έλλειψη συντονισμού κοστίσει ακριβά στην κάλπη.
Φωτό: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ / EUROKINISSI
ΤΟ ΠΑΡΟΝ