–Είναι τα μπλε τιμολόγια η μόνη σωτηρία;

Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης και Μέλους ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ
Προέδρου ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου
Η ενεργειακή κρίση επιστρέφει δυναμικά, με τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν ένα νέο κύμα ανατιμήσεων. Βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης, θέρμανση, φυσικό αέριο και ηλεκτρικό ρεύμα καταγράφουν σημαντικές αυξήσεις, περιορίζοντας το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και επιβαρύνοντας συνολικά την οικονομία.
Τα στοιχεία της τελευταίας χρονιάς είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Τιμών Καυσίμων, στις 20 Οκτωβρίου 2026, η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης βενζίνης έφτασε τα 2,185 ευρώ ανά λίτρο, αυξημένη κατά 26,2% σε σχέση με πέρυσι. Το πετρέλαιο κίνησης διαμορφώθηκε στα 2,125 ευρώ, με αύξηση 39,2%, ενώ το πετρέλαιο θέρμανσης έφτασε στα 1,562 ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 38,6%.
Για μια οικογένεια που χρειάζεται 1.000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, το κόστος φτάνει πλέον τα 1.562 ευρώ, περίπου 435 ευρώ περισσότερα από πέρυσι. Αντίστοιχα, το αυξημένο κόστος μεταφορών μεταφέρεται σταδιακά στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, δημιουργώντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στις αγορές ενέργειας. Η χονδρική τιμή του φυσικού αερίου στον ευρωπαϊκό δείκτη TTF κινείται κοντά στα 87 ευρώ ανά μεγαβατώρα, περίπου 170% υψηλότερα σε ετήσια βάση. Παράλληλα, η μέση χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα κατά τον Οκτώβριο εμφανίζεται περίπου 48% υψηλότερη από την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Η αύξηση αυτή μεταφέρεται, με διαφορετική ένταση, στα κυμαινόμενα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του πράσινου τιμολογίου της ΔΕΗ, όπου η χρέωση για τις πρώτες 200 κιλοβατώρες διαμορφώνεται στα 15,913 λεπτά ανά kWh, έναντι 12,9 λεπτών πέρυσι. Για μεγαλύτερες καταναλώσεις, η χρέωση φτάνει τα 21,997 λεπτά ανά kWh, με σημαντικά αυξημένη επιβάρυνση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα μπλε σταθερά τιμολόγια αναδεικνύονται σε σημαντικό εργαλείο προστασίας. Ενδεικτικά, το σταθερό πρόγραμμα myHome Online της ΔΕΗ προσφέρεται τον Οκτώβριο στα 11,5 λεπτά ανά kWh, αισθητά χαμηλότερα από το αντίστοιχο πράσινο τιμολόγιο.
Για ένα νοικοκυριό με κατανάλωση 500 κιλοβατωρών τον μήνα, η διαφορά στη χρέωση ενέργειας μπορεί να υπερβαίνει τα 40 ευρώ μηνιαίως, ανάλογα με το πρόγραμμα και τις προϋποθέσεις του. Ωστόσο, απαιτείται έλεγχος παγίων, διάρκειας συμβολαίου και πιθανών χρεώσεων πρόωρης αποχώρησης.
Εδώ, όμως, βρίσκεται μια ουσιαστική αδυναμία αυτής της προστασίας: Τα μπλε τιμολόγια δεν προσφέρουν λύση στο κόστος θέρμανσης για τις κατοικίες που χρησιμοποιούν πετρέλαιο ή φυσικό αέριο. Η προστασία επεκτείνεται στη θέρμανση μόνο όταν αυτή γίνεται ηλεκτρικά, κυρίως με αντλίες θερμότητας ή κλιματιστικά. Συνεπώς, για μεγάλο μέρος του οικιστικού αποθέματος, η σταθερή τιμή ηλεκτρικού ρεύματος δεν αντιμετωπίζει τη βασική δαπάνη θέρμανσης. Ακόμη και αν θεωρήσουμε, ενδεικτικά, ότι περίπου μία στις δέκα κατοικίες χρησιμοποιεί ως κύρια θέρμανση τέτοια ηλεκτρικά συστήματα, η μεγάλη πλειονότητα παραμένει εκτεθειμένη στις τιμές άλλων καυσίμων. Το ακριβές ποσοστό χρειάζεται στατιστική τεκμηρίωση.
Τα μπλε τιμολόγια προσφέρουν προβλεψιμότητα, όχι όμως συνολική λύση στην ενεργειακή κρίση. Προστατεύουν από μελλοντικές αυξήσεις της τιμής προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αλλά δεν αντιμετωπίζουν τις αυξήσεις στα καύσιμα, στο φυσικό αέριο και τις υπόλοιπες ενεργειακές επιβαρύνσεις.
Η απάντηση απαιτεί ευρύτερη πολιτική: Μείωση των έμμεσων φόρων στην ενέργεια και στα καύσιμα, με σεβασμό στα ευρωπαϊκά όρια, ουσιαστική ενίσχυση των ευάλωτων νοικοκυριών, μεγαλύτερο ανταγωνισμό στην αγορά και μαζικά προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων. Μονώσεις, αποδοτικά συστήματα θέρμανσης και ψύξης, φωτοβολταϊκά και αποθήκευση ενέργειας μπορούν να περιορίσουν μόνιμα την κατανάλωση.
Δεν αρκεί να αναζητούμε κάθε χρόνο το φθηνότερο τιμολόγιο. Χρειάζεται να μειώσουμε διαρθρωτικά το ενεργειακό κόστος της χώρας. Διαφορετικά, κάθε νέα διεθνής κρίση θα μετατρέπεται σε νέα απώλεια εισοδήματος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.