Η ψευδαίσθηση του ψηφιακού ελέγχου και τα αόρατα εκατομμύρια της φοροδιαφυγής

Μια λαχταριστή πίτσα με πεπερόνι και φρέσκο βασιλικό σε ξύλινη επιφάνεια, σχετική με την έρευνα για φοροδιαφυγή σε αλυσίδα πιτσαρίας.


Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων,
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]


Οι πρόσφατες υποθέσεις που συνδέονται με την Pizza Fan και την αλυσίδα αρτοποιείων «Χωριάτικο» αναδεικνύουν μια θεμελιώδη αντίφαση του ελληνικού φορολογικού μετασχηματισμού. Η ανάπτυξη προηγμένων πληροφοριακών συστημάτων, η διασύνδεση ταμειακών μηχανών και τερματικών πληρωμών, η ηλεκτρονική διαβίβαση παραστατικών και η συστηματική αξιοποίηση ψηφιακών δεδομένων, δεν τερμάτισε μηχανισμούς εκτεταμένης απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Το ουσιαστικό πρόβλημα αφορά την ικανότητα της φορολογικής διοίκησης να αναγνωρίζει εγκαίρως την απόκλιση μεταξύ της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας και εκείνης που αποτυπώνεται στα επίσημα πληροφοριακά της συστήματα.

Στην υπόθεση Pizza Fan, οι αστυνομικές αρχές περιγράφουν έναν φερόμενο μηχανισμό παραποίησης της φορολογικής αποτύπωσης παραγγελιών, μέσω λογισμικού που επέτρεπε την καταχώριση πληρωμένων συναλλαγών ως κερασμάτων. Η εκτιμώμενη ζημία για το Δημόσιο υπερβαίνει τα 35 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τα δημοσιοποιημένα στοιχεία της έρευνας. Στην υπόθεση «Χωριάτικο», διερευνάται ένα διαφορετικό πλέγμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, παρένθετων προσώπων και εκατοντάδων εταιρειών, με αναφερόμενες ζημίες που ενδέχεται να υπερβαίνουν τα 100 εκατ. ευρώ. Οι εκτιμήσεις παραμένουν αντικείμενο δικαστικής και φορολογικής διερεύνησης και δεν συνιστούν οριστικά διαπιστωμένες οφειλές.

Οι δύο υποθέσεις αναδεικνύουν διαφορετικές εκδοχές της ίδιας συστημικής αδυναμίας. Στην πρώτη, το κρίσιμο ζήτημα είναι η αξιοπιστία των δεδομένων πριν από τη διαβίβασή τους. Στη δεύτερη, η δυνατότητα αναγνώρισης της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας πίσω από πολλαπλές εταιρικές οντότητες. Η ψηφιακή πλατφόρμα myDATA, η ηλεκτρονική τιμολόγηση και η διασύνδεση των POS με τα ταμειακά συστήματα αποτελούν σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Επιτρέπουν αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις, περιορίζουν συγκεκριμένες μορφές παραποίησης και ενισχύουν τη δυνατότητα φορολογικής επιτήρησης. Διαθέτουν, ωστόσο, έναν εγγενή περιορισμό, αφού κανένα πληροφοριακό σύστημα δεν μπορεί να επαληθεύσει αυτοτελώς μια συναλλαγή για την οποία δεν λαμβάνει κανένα αξιόπιστο ίχνος.

Εάν μια πραγματική πώληση αποκρυφθεί πριν από την έκδοση φορολογικού παραστατικού, η μεταγενέστερη ηλεκτρονική διαβίβαση μπορεί να εμφανίζεται απολύτως συνεπής. Το σύστημα επεξεργάζεται όσα δηλώθηκαν, όχι αναγκαστικά όσα πραγματοποιήθηκαν. Η εσωτερική συμφωνία των ηλεκτρονικών αρχείων δεν αποδεικνύει επομένως την πληρότητα της οικονομικής δραστηριότητας. Πρόκειται για θεμελιώδη διάκριση μεταξύ ακεραιότητας των καταγεγραμμένων δεδομένων και πραγματικής πληρότητας των συναλλαγών.

Αντίστοιχα, η ύπαρξη εκατοντάδων εταιρειών με διαφορετικούς νόμιμους εκπροσώπους δεν αποδεικνύει από μόνη της παρανομία. Δημιουργεί σημαντικές δυσχέρειες, όταν απαιτείται να προσδιοριστούν οι πραγματικοί δικαιούχοι, οι κοινές διοικητικές δομές, οι διαδοχικές μεταβιβάσεις δραστηριοτήτων και οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων. Η αποτελεσματική εποπτεία προϋποθέτει διαλειτουργικότητα μεταξύ φορολογικών μητρώων, ΓΕΜΗ, στοιχείων πραγματικών δικαιούχων, ασφαλιστικών δεδομένων και νόμιμα προσβάσιμων χρηματοοικονομικών πληροφοριών. Η φορολογική διοίκηση περιορίζεται στη διασταύρωση όσων δηλώνει μια επιχείρηση, όταν μπορεί να αναζητά τεκμηριωμένες αποκλίσεις μεταξύ δηλωμένης δραστηριότητας και ανεξάρτητων οικονομικών ενδείξεων.

Στην εστίαση, η κατανάλωση πρώτων υλών, οι προμήθειες συσκευασιών, η λειτουργική δυναμικότητα, η μισθοδοσία και η εξέλιξη των αποθεμάτων μπορούν να προσφέρουν συμπληρωματικές ενδείξεις οικονομικής δραστηριότητας. Καμία μεμονωμένη απόκλιση δεν αποδεικνύει φοροδιαφυγή. Η συστηματική συσχέτισή τους μπορεί να υποστηρίξει την επιλογή επιχειρήσεων για στοχευμένο έλεγχο.

Αντίστοιχα, προηγμένα συστήματα ανάλυσης δικτύων μπορούν να εντοπίζουν ασυνήθιστες συγκεντρώσεις εταιρικών σχέσεων, επαναλαμβανόμενες μεταβολές διοίκησης, διαδοχικές παύσεις δραστηριότητας και οικονομικές συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων οντοτήτων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει στην αναγνώριση στατιστικών ανωμαλιών, χωρίς οι αλγοριθμικές επισημάνσεις να μετατρέπονται αυτομάτως σε κατηγορίες ή διοικητικές κυρώσεις.

Η τεχνολογική προσέγγιση απαιτεί αξιόπιστα δεδομένα, κατάλληλη νομική βάση, ανθρώπινη αξιολόγηση και πλήρη δυνατότητα ελέγχου της αιτιολόγησης. Διαφορετικά, η επιδίωξη καταπολέμησης της φοροδιαφυγής κινδυνεύει να δημιουργήσει ένα δυσανάλογο σύστημα επιτήρησης, με εσφαλμένες υποψίες εις βάρος συνεπών επιχειρήσεων.

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τη χρονική αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών. Η ΑΑΔΕ έχει αναπτύξει σημαντικά εργαλεία ανάλυσης κινδύνου και πραγματοποιεί χιλιάδες ελέγχους. Η ύπαρξη των συγκεκριμένων υποθέσεων δεν αποδεικνύει ότι κανένα σύστημά της δεν παρήγαγε προειδοποιήσεις ή ότι δεν είχαν προηγηθεί ελεγκτικές ενέργειες. Για να διαπιστωθεί πραγματική επιχειρησιακή αστοχία, πρέπει να εξεταστεί πότε εμφανίστηκαν οι πρώτες ενδείξεις, εάν αξιολογήθηκαν, ποια υπηρεσία τις διαχειρίστηκε και ποια ήταν η τελική ανταπόκριση.

Ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα αποκτά και η διερεύνηση καταγγελιών περί ενδεχόμενης πρόωρης ενημέρωσης ελεγχόμενων για επικείμενους ελέγχους. Η σχετική έρευνα δεν τεκμηριώνει από μόνη της εμπλοκή συγκεκριμένων υπαλλήλων. Αναδεικνύει την ανάγκη αυστηρής ιχνηλασιμότητας της πρόσβασης σε ευαίσθητες ελεγκτικές πληροφορίες, ανεξάρτητης εσωτερικής εποπτείας και συστηματικής διερεύνησης μη εξουσιοδοτημένων προσβάσεων.

Η αποτελεσματικότητα της ψηφιακής φορολογικής διοίκησης δεν μετριέται αποκλειστικά με τον αριθμό των ηλεκτρονικών παραστατικών, των διασυνδεδεμένων ταμειακών συστημάτων ή των αυτοματοποιημένων διασταυρώσεων. Χρειάζονται δείκτες έγκαιρης ανίχνευσης, χρόνος από την πρώτη ένδειξη έως τον έλεγχο, ποσοστά επιβεβαιωμένων ευρημάτων και πραγματική εισπραξιμότητα των καταλογισμένων φόρων.

Οι υποθέσεις Pizza Fan και «Χωριάτικο» δεν ακυρώνουν τη χρησιμότητα των ψηφιακών εργαλείων. Υποδεικνύουν ότι η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από την ποιότητα των πρωτογενών δεδομένων, τη διασύνδεση ανεξάρτητων πηγών, την οργανωτική ανταπόκριση και την ακεραιότητα των ελεγκτικών διαδικασιών.

Η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης δεν ολοκληρώνεται όταν το κράτος αποκτά τη δυνατότητα να παρακολουθεί κάθε απόδειξη που εκδίδεται, αλλά τη στιγμή που αποκτά την επιχειρησιακή ικανότητα να εντοπίζει, με νόμιμο και τεκμηριωμένο τρόπο, την οικονομική δραστηριότητα που δεν αποτυπώνεται στις δηλώσεις. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε ένα εξαιρετικά προηγμένο πληροφοριακό σύστημα που θα επιβεβαιώνει με απόλυτη ακρίβεια όχι την τρέχουσα οικονομία, αλλά μόνο την εκδοχή της που επιλέχθηκε να καταγραφεί.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Φωτο: Ψηφιακή απεικόνιση / paron.gr



Διαβάστε επίσης