
Ελλάδα και Ιταλία: Δύο ιστορικές ευρωπαϊκές χώρες και αδελφά έθνη
–Πολλές οι άδικες ιταλικές πολιτικές κατά της Ελλάδος

Του
ΧΡΗΣΤΟΥ Θ. ΜΠΟΤΖΙΟΥ
Πρέσβη ε.τ.
Γεωγραφικά, οι δύο χώρες χωρίζονται από μια θαλάσσια λωρίδα, το Ιόνιο Πέλαγος, που αποτελεί συνέχεια της Αδριατικής Θάλασσας, η οποία συγχρόνως τις ενώνει, με τη συχνή ναυτική επικοινωνία των απέναντι ακτών. Και τούτο καταμαρτυρείται ιστορικά από την εποχή που οι ελληνικές πόλεις άρχισαν –ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ.– να αποικίζουν την ιταλική χερσόνησο νοτίως του Λατίου, η οποία έκτοτε επονομάσθηκε Μεγάλη Ελλάδα (Magna Grecia).
Ακόμα και σήμερα, το πλείστον των πόλεων της Κάτω Ιταλίας φέρει αναλλοίωτες τις αρχαίες ελληνικές ονομασίες, όπως Νάπολι, Κατάνια, Μεσίνα, Τάραντο, Ότραντο, Συρακούσα, Γέλα, Ελέα, Σύβαρι, Ιμέρα και πολλές άλλες. Η κατάκτησή τους από τη Ρώμη, αιώνες μετά, δεν αλλοίωσε την πολιτιστική και γλωσσική ταυτότητα των κατοίκων τους, αφού και οι Ρωμαίοι ασπάστηκαν τον ανώτερο ελληνικό πολιτισμό –σε αντίθεση με τους Οθωμανούς Τούρκους–, από τη σύμμειξη των οποίων προέκυψε ο θαυμάσιος ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, στον οποίο, αιώνες μετά, στηρίχθηκε και πρόκυψε η Αναγέννηση. Οι πόλεις της Μεγάλης Ελλάδος και οι κάτοικοί τους διατηρούσαν άρρηκτους δεσμούς με τη μητέρα πατρίδα και μετείχαν αδιαλείπτως στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στη Μεγάλη Ελλάδα αναδείχθηκαν και μεγάλες προσωπικότητες των γραμμάτων, της επιστήμης και των τεχνών, όπως ο Πρωταγόρας, ο Αρχιμήδης, ο Τισίας και πολλοί άλλοι. Όχι τυχαίως, ο Πλάτων την επισκέφθηκε τρις και ο Πυθαγόρας εγκαταστάθηκε στον Τάραντα, όπου ίδρυσε τη γνωστή Πυθαγόρειο Σχολή. Γνωστότατη, επίσης, η Ελεατική Σχολή.
Στον βαθμιαίο εκλατινισμό του Ελληνισμού της Κάτω Ιταλίας συνετέλεσαν πολλοί παράγοντες, όπως η κάθοδος των βαρβαρικών φυλών με την κατάκτηση της Ρώμης (476 μ.Χ.), η υπαγωγή της στη δικαιοδοσία του Πάπα, το Σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών σε Ανατολική και Δυτική (1054 μ.Χ.), με καταλυτικό παράγοντα την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους την 29η Μαΐου του 1453. Για τη χαλάρωση των δεσμών, που είχε ξεκινήσει αιώνες πριν, θαυμάσια και συγκινητική ήταν η περιγραφή του μεγάλου αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη σε ένα από τα ποιήματά του με τίτλο «Οι Ποσειδωνιάτες». Όμως, η συνείδηση της ελληνικής καταγωγής δεν έσβησε. Προσωπική μου εμπειρία, η επίσκεψη στον Ακράγαντα, για να επισκεφθώ τους αρχαιολογικούς χώρους και τον θαυμάσιο Ναό της Ομόνοιας. Φτάσαμε καθυστερημένα, τη στιγμή που η ταμίας και φύλακας κατέβαζε την μπάρα της εσόδου. Στην παράκληση να μας αφήσει να εισέλθουμε γιατί ερχόμασταν από μακριά, μας ερώτησε από πού. Όταν της είπαμε από την Ελλάδα, σήκωσε αμέσως την μπάρα λέγοντας «παρακαλώ, περάστε, εδώ είναι το σπίτι σας»! Πλέον χαρακτηριστική η απάντηση του μεγάλου θεατρικού συγγραφέα και μυθιστοριογράφου Λουίτζι Πιραντέλο, γεννημένου και μεγαλωμένου στον Ακράγαντα, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε για τις σχέσεις του με την Ελλάδα, έδειξε το σημείο της καρδιάς του.
Οι ιστορικοί δεσμοί μεταξύ των δύο λαών και η φυλετική και πολιτιστική συγγένεια θα δικαιολογούσαν στενούς και αδιάκοπους δεσμούς και συνεργασία. Όμως, η μελέτη των σύγχρονων ελληνοϊταλικών σχέσεων δεν φαίνεται να το επιβεβαιώνει. Αμφιλεγόμενη η στάση της Ιταλίας κατά τα χρόνια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, αλλά και της Γαλλίας, καθώς επέδειξαν ανοχή προς τον Κεμάλ Ατατούρκ. Αμφότερες οι χώρες ανησυχούσαν για το ενδεχόμενο η Ελλάδα να ανακτούσε τη γη της Ιωνίας, γεγονός που θα την καθιστούσε ισχυρή δύναμη σε ολόκληρο τον χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Στη συνέχεια, και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, στη διαδικασία για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάννης, όσον αφορά την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, ο ιταλός πρέσβης που μετείχε στην Επιτροπή Εποπτείας εναντιώθηκε στη συμπερίληψη και των Τσάμηδων, που κατοικούσαν στη Θεσπρωτία, με το επιχείρημα ότι δεν ήταν Τούρκοι, αλλά αλβανικής καταγωγής.
Η Διεθνής Επιτροπή της ΚτΕ, που ερεύνησε το θέμα, δικαίωσε την Ελλάδα, αποφανθείσα ότι οι Τσάμηδες δεν είχαν αλβανική εθνική συνείδηση. Δήλωναν ότι είναι μόνο μουσουλμάνοι. Στη συνέχεια, η σχετική απόφαση του δικτάτορα Πάγκαλου, προκειμένου να τύχει της στήριξης της ανερχόμενης τότε Ιταλίας, επέτρεψε τη μη ανταλλαγή των Τσάμηδων που παρέμειναν στη Θεσπρωτία, αποκτώντας αυτόματα την ελληνική υπηκοότητα. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι τελευταίοι συντάχθηκαν πλήρως με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, για να αποχωρήσουν οικειοθελώς για την Αλβανία, μετά την ήττα των Γερμανών. Η στήριξη των Τσάμηδων και η παραμονή τους στην Ελλάδα απέκρυπτε τις ευρύτερες βλέψεις της τότε ιταλικής διπλωματίας, ώστε να καταστήσουν την Αλβανία de facto ιταλική αποικία. Η αρνητική στάση της Ιταλίας έναντι της Ελλάδος καταγράφεται και με τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας και με την απόβαση στο Νησί των Φαιάκων ιταλικών αγημάτων, μετά τη δολοφονία του στρατηγού Τελίνι, που μετείχε της οριοθέτησης των ελληνοαλβανικών συνόρων, που προσχηματικά απέδωσαν στους Έλληνες και πλέον συγκεκριμένα στον στρατηγό Δημήτριο Μπότσαρη, απόγονο της ιστορικής σουλιώτικης οικογένειας. Αποκορύφωμα της άδικης πολιτικής της σύγχρονης Ιταλίας έναντι της Ελλάδος, η εισβολή και ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940.
Αλλά και εσχάτως η ιταλική πολιτική καταγράφεται προβληματική, με τη στενή συνεργασία που αναπτύσσει η Ιταλία –μαζί με την Ισπανία– με την Τουρκία στον τομέα της πολεμικής βιομηχανίας, με παραγωγή όπλων που η Τουρκία στρέφει εναντίον της Ελλάδας. Η συνεργασία αυτή οδηγεί εμμέσως στη συμπερίληψη της Τουρκίας στην ανάπτυξη από την ΕΕ αυτόνομης αμυντικής ικανότητας, κατ’ επιταγή του αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Διαφωτιστικό επί του θέματος είναι σχετικό άρθρο («ΤΟ ΠΑΡΟΝ», 24 Αυγούστου ε.ε. ) έλληνα στρατηγού ε.α. με τίτλο «Γιατί η Τουρκία δεν πρέπει να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Άμυνα και Ασφάλεια». Ας ελπίσουμε οι δυτικοί σύμμαχοί μας να αντιληφθούν ότι η Τουρκία ούτε θέλει ούτε μπορεί να ταυτισθεί με τις αρχές και τις αξίες της Δύσης, εναντίον της οποίας κάποια στιγμή μπορεί να στραφεί. Το πιστοποιεί και το γεγονός ότι ότι ήταν η μόνη νατοϊκή χώρα που δεν επέβαλε κυρώσεις κατά της Ρωσίας για την εισβολή στην Ουκρανία. Γιατί γράφονται όλα τα παραπάνω; Κυρίως γιατί επιβεβαιώνουν τίς θέσεις που υποστηρίζουν ότι οι σχέσεις μεταξύ των κρατών καθορίζονται από τα συμφέροντα, οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά. Οι ιστορικές, φυλετικές, γλωσσικές, πολιτιστικές ή οποιουδήποτε είδους ομοιότητες παίζουν ελάχιστο ρόλο στη διαμόρφωσή τους.
Η ελληνική διπλωματία, η οποία, όπως φαίνεται, έχει περιπέσει σε βαθύ λήθαργο, οφείλει να τα έχει πάντοτε κατά νου. Ιδιαίτερα έναντι των διαφαινόμενων προοπτικών συνεργασίας με την Τουρκία για την απόκτηση αυτόνομης αμυντικής ικανότητας της ΕΕ. Να απαιτήσουμε πλήρη αιτιολόγηση της συνεργασίας με χώρες εκτός της Ένωσης και οπωσδήποτε οποιαδήποτε απόφαση να λαμβάνεται με τη συναίνεση όλων των χωρών-μελών (by consensus).

ΤΟ ΠΑΡΟΝ