Δ. Καλαματιανός στο “Π”: Η ενεργειακή πολιτική απαιτεί σχέδιο και σοβαρότητα

Δ. Καλαματιανός στο “Π”: Η ενεργειακή πολιτική απαιτεί σχέδιο και σοβαρότητα

Του
ΔΙΟΝΥΣΗ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ
Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ Ηλείας,
Γραμματέα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας


Η ενέργεια αποτελεί έναν στρατηγικό πυλώνα που συνδέεται άμεσα με την ανθεκτικότητα της χώρας, τη διεθνή της θέση και –κυρίως– την καθημερινότητα κάθε πολίτη. Υπό αυτό το πρίσμα, απαιτείται καθαρό σχέδιο, διαρκής θεσμική επάρκεια και πολιτική ευθύνη. Όταν, λοιπόν, η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύσει στην επικοινωνία, παρά στη στοχευμένη στρατηγική, υπάρχει πρόβλημα.

Η πρόσφατη υπογραφή των συμφωνιών έρευνας και ενδεχόμενης εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων ανάμεσα στο Ελληνικό Δημόσιο και την κοινοπραξία Chevron – Helleniq Energy παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως δήθεν ιστορικό σημείο αναφοράς για την ενεργειακή ασφάλεια και τη διεθνή θέση της Ελλάδας.

Την ίδια στιγμή, από το 2019 έως σήμερα, η κυβέρνηση δεν αξιοποίησε τις συμφωνίες έρευνας που είχαν υπογραφεί επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με την ExxonMobil και την τότε Total. Συμφωνίες που εξασφάλιζαν ισχυρή δημόσια παρουσία και ουσιαστικό έλεγχο μέσω των ΕΛΠΕ. Επτά χρόνια στασιμότητας, λοιπόν, που δεν μπορούν να διαγραφούν με μια τελετή υπογραφών και στομφώδη κυβερνητικά Δελτία Τύπου. Η μακρά αδράνεια αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε ούτε συνέχεια πολιτικής ούτε συγκροτημένος σχεδιασμός.

Η διερεύνηση και η πιθανή εξόρυξη υδρογονανθράκων –ειδικά σε τέτοια κλίμακα– δεν είναι απλή υπόθεση. Προϋποθέτει ισχυρό κράτος, διαφάνεια, ρυθμιστικό πλαίσιο με σαφείς όρους και αποτελεσματικό δημόσιο έλεγχο. Απαιτεί περιβαλλοντικές εγγυήσεις, επιστημονική τεκμηρίωση και ισχυρούς μηχανισμούς εποπτείας. Στην κατεύθυνση αυτή, προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι η συμμετοχή του Δημοσίου, αντί να ενισχύεται, περιορίζεται με επιλογή της κυβέρνησης, όπως για το Οικόπεδο 2 στο Ιόνιο, όπου μειώθηκε από 25% σε 10%. Πώς, ακριβώς, αυτό εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον;

Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει πειστικά γιατί πανηγυρίζει ότι οι συμφωνίες είναι πραγματικά προς όφελος της χώρας και των πολιτών. Περιμένουμε, λοιπόν, να κατατεθούν στη Βουλή οι σχετικές συμβάσεις, όπου θα εξεταστούν αναλυτικά, άρθρο προς άρθρο. Εκεί θα φανεί αν εξασφαλίζουν επαρκή οφέλη για το Δημόσιο, ρήτρες προστασίας, ουσιαστικό έλεγχο και περιβαλλοντικές εγγυήσεις ή αν αποτελούν ένα ακόμη επικοινωνιακό πυροτέχνημα.

Υπάρχει, όμως, και μια κρίσιμη διάσταση: Είναι απολύτως λανθασμένο να ανατίθεται σε ιδιωτικές εταιρείες ρόλος που αγγίζει ζητήματα Διεθνούς Δικαίου. Μια πολυεθνική δεν είναι θεσμικός διεθνής φορέας και, όπως υπογράφει συμφωνία με την Ελλάδα, μπορεί να κάνει το ίδιο και με άλλες χώρες – ακόμη και ανταγωνιστικές. Οι εταιρείες λειτουργούν με γνώμονα την κερδοφορία, όχι με γνώμονα τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου. Συνεπώς, τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής πρέπει να σχεδιάζονται και να υλοποιούνται αποκλειστικά από την Πολιτεία, με σταθερή, πολυδιάστατη διπλωματία, συμμαχίες και αταλάντευτη προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο.

Η χώρα χρειάζεται ενεργειακή στρατηγική με ορίζοντα δεκαετιών. Χρειάζεται καθαρούς ρόλους μεταξύ εξωτερικής πολιτικής και οικονομικής δραστηριότητας. Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται μια πολιτική που να βάζει στο επίκεντρο τον πολίτη και το δημόσιο συμφέρον. Διότι, την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση πανηγυρίζει, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να πληρώνουν πανάκριβα την ενέργεια, με την αγοραστική τους δύναμη να έχει καταρρεύσει. Και το ερώτημα παραμένει: Ποιο πραγματικό όφελος θα υπάρξει για τους πολίτες από αυτές τις συμφωνίες;

Στη βάση αυτή, η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να ασκείται με όρους εντυπωσιασμού. Απαιτεί σχέδιο, συνέπεια και σοβαρότητα. Η πραγματική ενεργειακή και περιβαλλοντική θωράκιση της χώρας προϋποθέτει ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο για την πράσινη μετάβαση, με ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της αποθήκευσης και των δικτύων, αλλά και ουσιαστική ανάπτυξη των ενεργειακών κοινοτήτων. Απαιτείται, επίσης, σταθερός δημόσιος έλεγχος σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, αναθεώρηση του μοντέλου τιμολόγησης, ώστε να αποσυνδεθεί το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο, και μηχανισμοί προστασίας του καταναλωτή. Μόνο μια στρατηγική με αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να μειώσει το κόστος για πολίτες και επιχειρήσεις και να θωρακίσει ενεργειακά τη χώρα. Δυστυχώς, οι κυβερνητικές επιλογές κινούνται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ