
Χρ. Πετράκος στο “Π”: Η κενή έδρα της Κεντροαριστεράς
Του
ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΕΤΡΑΚΟΥ
Δικηγόρου, Μέλους ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ
Ανάμεσα σε έναν κυβερνητισμό που εξαντλεί τη λαϊκή εντολή και μια αντιπολίτευση χωρίς πυξίδα, η ελληνική Κεντροαριστερά αναζητά εκφραστή και η απάντηση έχει ήδη πρόσωπο, αλλά χρειάζεται και σώμα.
Αυτό το πολιτικό τοπίο διαθέτει μια σαφή ασυμμετρία: Από τη μία, μια κυβέρνηση που εξαντλεί τη λαϊκή της εντολή χωρίς να δίνει απαντήσεις στα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα. Από την άλλη, μια αντιπολίτευση που αδυνατεί να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε εναλλακτική πολιτική πρόταση. Το κενό αυτό δεν είναι απλώς αριθμητικό, είναι κενό αφήγησης, κενό οράματος, κενό ηγεσίας.
Η ελληνική κοινωνία γνωρίζει από εμπειρία τι σημαίνει να υπάρχει στο πολιτικό σκηνικό μια φιγούρα ικανή να μετατρέπει την αγανάκτηση σε ελπίδα και την ελπίδα σε εκλογική εντολή. Η μεταπολιτευτική ιστορία έχει αναδείξει ηγέτες που κατόρθωσαν να εκπροσωπήσουν τμήματα της κοινωνίας που ένιωθαν αδικαίωτα και να τα κινητοποιήσουν γύρω από έναν κοινό σκοπό. Αυτή η ικανότητα –να συνδέει κανείς τον πολιτικό λόγο με την καθημερινή εμπειρία– είναι ακριβώς αυτό που λείπει σήμερα από την Κεντροαριστερά στο σύνολό της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ διέρχεται μια περίοδο αναζήτησης ταυτότητας, φυσιολογική για κάθε κόμμα που έχει βιώσει τόσο έντονες πολιτικές περιπέτειες σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το ΠΑΣΟΚ, με τη σειρά του, προσπαθεί να ανακτήσει χαμένο έδαφος, αλλά αδυνατεί να συγκινήσει τα στρώματα εκείνα που παραδοσιακά αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της Κεντροαριστεράς. Συνολικά, ο χώρος παραμένει κατακερματισμένος, με στελέχη και δυνάμεις που δεν έχουν ακόμα βρει τον κοινό τους παρονομαστή.
Η Ελλάδα του 2026 έχει πληγές που δεν έχουν κλείσει. Οι ανισότητες διευρύνονται, αντί να περιορίζονται. Οι νέοι φεύγουν ή παραμένουν χωρίς ορίζοντα. Η στεγαστική κρίση έχει μετατρέψει την αξιοπρεπή διαβίωση σε προνόμιο λίγων. Η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρέπεια ούτε προοπτική. Αυτές οι πληγές δεν είναι στατιστικές. Είναι ζωντανές, καθημερινές εμπειρίες εκατομμυρίων ανθρώπων, που αναζητούν κάποιον να τις ονομάσει και να τις αντιμετωπίσει.
Υπάρχει μια φιγούρα στο ελληνικό πολιτικό τοπίο που διαθέτει την αναγνωρισιμότητα, την εμπειρία και την αυθεντική σύνδεση με αυτές τις κοινωνικές πραγματικότητες. Μια φιγούρα που έχει κυβερνήσει κάτω από συνθήκες ασφυκτικής πίεσης –Μνημόνια, αγορές, ευρωπαϊκή σκληρότητα– και παρέμεινε όρθια, φέρνοντας στη χώρα την πρώτη αριστερή διακυβέρνηση της σύγχρονης ιστορίας της. Αυτή η εμπειρία δεν είναι απλώς βιογραφικό κεφάλαιο, είναι πολιτικό κεφάλαιο που μπορεί να αξιοποιηθεί στη συγκρότηση μιας νέας, ισχυρής κεντροαριστερής δύναμης.
Όμως, καμία ηγετική φιγούρα δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει την πλήρη απάντηση. Η Κεντροαριστερά χρειάζεται ταυτόχρονα μια ευρύτερη ανανέωση του πολιτικού της προσωπικού, νέα στελέχη με ρίζες στην κοινωνία, γυναίκες σε ηγετικούς ρόλους, φωνές από τον χώρο της εργασίας, της επιστήμης, της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η Αριστερά που θα πείσει ξανά δεν θα χτιστεί γύρω από ένα πρόσωπο μόνο αλλά γύρω από μια ομάδα ανθρώπων που εκπροσωπεί αληθινά την κοινωνία που λέει ότι υπερασπίζεται. Χρειάζεται και αρχιτέκτονα και οικοδόμους, και αφήγηση και θεσμούς, και πρόσωπο και σώμα.
Η ανασυγκρότηση δεν είναι πολυτέλεια, είναι επείγουσα ανάγκη. Κάθε μέρα που περνά χωρίς ισχυρή, αξιόπιστη και ανανεωμένη κεντροαριστερή παρουσία είναι μέρα που εκατομμύρια πολίτες μένουν χωρίς αντιπροσώπευση. Η ανανέωση όμως δεν γίνεται στο κενό, γίνεται με επίκεντρο μια ηγεσία που έχει αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να κουβαλήσει το βάρος αυτής της ευθύνης.
Η κοινωνία δεν αναμένει σωτήρα. Αναμένει κάποιον και κάποιους που την καταλαβαίνουν, μπορούν να την εκφράσουν και γνωρίζουν τα προβλήματα που πρέπει να θεραπεύσουν. Όχι να τα βάλουν κάτω από το χαλί. Αυτός ο κάποιος έχει ήδη πρόσωπο. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει, είναι αν η Κεντροαριστερά θα έχει την ωριμότητα να συσπειρωθεί γύρω του, να το εμπλουτίσει με νέα ενέργεια και να χτίσει επιτέλους το σώμα που της αξίζει.