
Απ. Αποστόλου στο “Π”: Στρασβούργο καλεί Αθήνα: «Σας ακούμε καθαρά»
–Πέφτουν καμπάνες από την ΕΕ για τις παρακολουθήσεις
«Η επιτήρηση σκοτώνει την ελευθερία»
Edward Snowden
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής
και Κοινωνικής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ρώμης
Αν ο Όργουελ είχε γεννηθεί στα μέρη μας, πιθανόν να είχε πετάξει το «1984» στα σκουπίδια ως υπερβολικά μετριοπαθές. Θα έγραφε κάτι πιο ελληνικό, δηλαδή, κάτι ανάμεσα σε επιθεώρηση, φαρσοκωμωδία και κρατικό ανακριτικό δελτίο. Γιατί στην Ελλάδα του 2026 δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να ψάξεις στο ταβάνι για κοριούς.
Και να που φτάσαμε στο σημείο όπου η χώρα περιμένει, σαν μαθητής που ξέρει ότι αντέγραψε αλλά ελπίζει σε επιείκεια, την ετυμηγορία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Η προσφυγή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη έβγαλε την υπόθεση από τα υπόγεια της εγχώριας συγκάλυψης και την έφερε στο ευρωπαϊκό φως. Εκεί όπου οι δικαστές δεν συγκινούνται από διαρροές, non papers και τηλεοπτικά παραληρήματα.
Και είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το κατόρθωμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, γιατί κατάφερε να καταστήσει διεθνές υπόδειγμα θεσμικής δυσπιστίας μια χώρα που κάποτε καμάρωνε ότι ανήκει στον πυρήνα της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Άλλοι, βέβαια, μπορεί να εξάγουν τεχνολογία, άλλοι πολιτισμό, άλλοι καινοτομία, αλλά εμείς εξάγουμε υποκλοπές.
Και μάλιστα με έναν τρόπο σχεδόν ποιητικής αφαίρεσης. Δεν παρακολουθούνταν οι άνθρωποι, μας λένε οι κυβερνητικοί παράγοντες και ο πρωθυπουργός. Παρακολουθούνταν οι σκιές τους. Δεν υπήρχαν ευθύνες. Υπήρχαν συμπτώσεις. Δεν υπήρχε σκάνδαλο. Υπήρχε «τοξικό κλίμα». Δεν υπήρχε πρόβλημα δημοκρατίας. Υπήρχε πρόβλημα όσων επέμεναν να μιλούν γι’ αυτό.
Τι ωραία χώρα! Πόση θεμελίωση δημοκρατίας έχει πια!
Μια χώρα όπου ο πολίτης πληροφορείται ότι μπορεί να ήταν υπό παρακολούθηση, αλλά δεν δικαιούται να μάθει γιατί. Μια χώρα όπου το κράτος γνωρίζει τα πάντα για σένα, αλλά εσύ δεν επιτρέπεται να γνωρίζεις τίποτε για το κράτος. Μια χώρα όπου το απόρρητο δεν προστατεύει τον πολίτη από την εξουσία αλλά την εξουσία από τον πολίτη.
Και αν όλα αυτά ακούγονται εξωφρενικά, υπάρχει πάντα το εθνικό μας καταφύγιο, που είναι η δύναμη της συνήθειας. Ο Έλληνας έχει μάθει να ζει με το παράλογο όπως ζει με τη σκόνη. Τη βλέπει παντού, γκρινιάζει λίγο και ύστερα κάθεται πάνω της.
Το πιο διασκεδαστικό, βέβαια, είναι η επίσημη υποκρισία. Οι ίδιοι άνθρωποι που ορκίζονταν ότι δεν συμβαίνει τίποτα παραδέχονταν αργότερα ότι μπορεί να συνέβη κάτι. Οι ίδιοι που μιλούσαν για θεωρίες συνωμοσίας αναγκάζονταν ύστερα να εξηγήσουν γεγονότα που δεν υπήρχαν. Οι ίδιοι που ζητούσαν αποδείξεις έσπευδαν να κρύψουν τα αρχεία.
Αλλά αυτή είναι η νέα ελληνική μέθοδος πολιτικής λογικής. Πρώτα αρνείσαι, μετά υποβαθμίζεις και ύστερα συμψηφίζεις. Ο χρυσούς κανόνας της παρα-δημοκρατικής κυριαρχίας. Και στο τέλος, βέβαια, απαιτείς και συγχαρητήρια για τη διαχείριση της κρίσης.
Η Ελλάδα, λένε, δεν είναι Κίνα. Ευτυχώς, όχι. Δεν διαθέτουμε τις εκατομμύρια κάμερες του κινεζικού συστήματος μαζικής επιτήρησης, δηλαδή το πρόγραμμα Mass surveillance in China, που χρησιμοποιεί ένα τεράστιο πλέγμα τηλεοπτικού κλειστού κυκλώματος (CCTV), ούτε τους αλγόριθμους του Πεκίνου. Διαθέτουμε, όμως, κάτι αυθεντικά ελληνικό, εκείνη την ικανότητα να φτάνουμε σε παρόμοιες συζητήσεις με πολύ λιγότερα μέσα και πολύ μεγαλύτερη προχειρότητα. Εκεί, λοιπόν, που οι άλλοι χρειάζονται υπερυπολογιστές, εμείς αρκούμαστε σε κρατικές υπηρεσίες με πολιτική αλαζονεία και μπόλικη ατιμωρησία.
Και τώρα περιμένουμε την Ευρώπη.
Την ίδια Ευρώπη που άλλοτε επικαλούμαστε ως ασπίδα και άλλοτε καταγγέλλουμε ως εχθρική, αναλόγως αν μας χειροκροτεί ή μας ελέγχει. Αν έρθει η καταδίκη, οι κυβερνητικοί απολογητές θα ανακαλύψουν ξαφνικά γεωπολιτικές συνωμοσίες, σκοτεινά κέντρα και διεθνείς εχθρούς. Διότι στην Ελλάδα ποτέ δεν φταίει ο καθρέφτης. Πάντα φταίει εκείνος που τον κρατά.
Μόνο που αυτήν τη φορά ο καθρέφτης είναι ευρωπαϊκός. Και δείχνει καθαρά.
Δείχνει μια κυβέρνηση που αντιμετώπισε τους θεσμούς σαν προσωπικό παρακολούθημα της εξουσίας της. Δείχνει μια πολιτεία που έχασε το μέτρο. Δείχνει μια δημοκρατία που, αντί να ακούει τους πολίτες της, προτίμησε να τους ακούει από το ακουστικό.
Και το πιο θλιβερό δεν είναι ότι παρακολουθούνταν τηλέφωνα.
Είναι ότι παρακολουθούσαμε όλοι, αμίλητοι, την έκπτωση της δημοκρατίας και συνηθίζαμε σιγά – σιγά τον θόρυβο των κοριών, όπως συνηθίζει κανείς το τριζόνι στο χωράφι.
Μόνο που το τριζόνι τραγουδά το καλοκαίρι.
Οι κοριοί, όμως, τραγουδούν όταν αρρωσταίνει η δημοκρατία. Και το τραγούδι τους ακούγεται ήδη μέχρι το Στρασβούργο.
*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».