
Απ. Αποστόλου στο “Π”: Πατριωτισμός με σκηνοθέτη το Μαξίμου
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
Στην Ελλάδα έχουμε μια παλιά, δοκιμασμένη πολιτική τεχνική, παίρνεις κάτι απολύτως αυτονόητο, το παρουσιάζεις ως εθνικό κατόρθωμα και το συνοδεύεις με μια καλοκουρδισμένη χορωδία τηλεοπτικών επαίνων. Κάπως έτσι, μέσα σε λίγες ώρες, η στοιχειώδης άσκηση κρατικής ευθύνης μετατρέπεται σε πράξη εθνικής σωτηρίας και ο πολιτικός διαχειριστής της σε πρωταγωνιστή ενός ακόμη επεισοδίου «πατριωτικής ανάτασης».
Το τελευταίο διάστημα ζούμε ένα τέτοιο επεισόδιο. Η αποστολή φρεγατών και πολεμικών αεροσκαφών στην Κύπρο και η εγκατάσταση μιας συστοιχίας πυραύλων Patriot στην Κάρπαθο παρουσιάστηκαν σχεδόν ως στρατηγικά θαύματα. Τα φιλοκυβερνητικά Μέσα Ενημέρωσης έσπευσαν να υψώσουν σημαίες εθνικής υπερηφάνειας, με τίτλους που θύμιζαν περισσότερο προεκλογικό φυλλάδιο, παρά ψύχραιμη δημοσιογραφία.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Η στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου δεν είναι ούτε καινούργια ούτε επαναστατική. Η παρουσία αμυντικών μέσων σε κρίσιμες περιοχές του ελληνικού χώρου αποτελεί στοιχειώδη υποχρέωση κάθε κράτους που σέβεται τον εαυτό του. Δεν πρόκειται για τολμηρή στροφή ούτε για ιστορική απόφαση. Πρόκειται για τα αυτονόητα.
Και όμως, στην ελληνική δημόσια σφαίρα τα αυτονόητα έχουν μια παράξενη ιδιότητα, μετατρέπονται εύκολα σε μεγάλες πράξεις πατριωτισμού. Όχι επειδή είναι πράγματι μεγάλες, αλλά επειδή υπάρχει ένα επικοινωνιακό σύστημα πρόθυμο να τις διογκώσει. Ένα σύστημα που δεν ενδιαφέρεται τόσο για να ενημερώσει όσο για να κατηχήσει.
Η πολιτική επικοινωνία της σημερινής εξουσίας βασίζεται ακριβώς σε αυτήν τη μέθοδο. Δεν χρειάζεται να επινοήσεις κάτι εντυπωσιακό, αρκεί να μετατρέψεις τη διαχείριση της καθημερινότητας σε αφήγημα εθνικής αποστολής. Να επενδύσεις με πατριωτικό συναίσθημα κάθε κυβερνητική κίνηση και να παρουσιάσεις τον πρωθυπουργό ως τον εγγυητή της σταθερότητας και της εθνικής αξιοπρέπειας.
Κάπως έτσι, χρόνια τώρα, ένα τμήμα των Μέσων Ενημέρωσης ψάλλει τον όρθρο του «εθνοσωτήρα». Η εικόνα του ισχυρού ηγέτη καλλιεργείται με επιμονή, με τρόπο σχεδόν τελετουργικό. Κάθε κίνηση βαφτίζεται στρατηγική ιδιοφυΐα, κάθε απόφαση παρουσιάζεται ως απόδειξη ηγετικής πυγμής.
Στην πραγματικότητα, όμως, αυτός ο επιδεικτικός, ζωηρός «μητσοτακικός» πατριωτισμός μοιάζει περισσότερο με έναν στρεβλωμένο, φορμαλιστικό πατριωτισμό ψηφοθηρικού χαρακτήρα. Έναν πατριωτισμό που εξαντλείται σε συμβολικές κινήσεις, επικοινωνιακές κορώνες και τηλεοπτικές αναπαραστάσεις ισχύος. Όχι σε ουσιαστικές θεσμικές εγγυήσεις δημοκρατίας, διαφάνειας και κοινωνικής συνοχής, που συγκροτούν τον πραγματικό πατριωτισμό μιας δημοκρατικής πολιτείας.
Στην ουσία πρόκειται για έναν πατριωτισμό σκηνικού, έναν πατριωτισμό τηλεοπτικής εικόνας, έναν πατριωτισμό που καταναλώνεται γρήγορα, όπως οι τίτλοι των δελτίων ειδήσεων, και που λειτουργεί κυρίως ως εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης. Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα, ο πατριωτισμός γίνεται εύκολα διακοσμητικό στοιχείο της επικοινωνιακής στρατηγικής.
Ο πατριωτισμός της εικόνας, των δοξαστικών τίτλων και των παράφωνων τηλεοπτικών τρομπετών δεν είναι τελικά παρά μια πρόφαση. Ένα εύχρηστο πρόσχημα για να καλυφθούν τα κενά της δημοκρατικής λειτουργίας και να μετατοπιστεί αλλού η προσοχή της κοινωνίας. Εκεί όπου η δημοκρατία αποχρωματίζεται, ο επιδεικτικός πατριωτισμός λειτουργεί ως υπεκφυγή. Γιατί ο πατριωτισμός χωρίς δημοκρατία δεν είναι δύναμη ενός έθνους, αλλά είναι η ηθική και πολιτική του πτώχευση.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η υπερβολή. Το πρόβλημα είναι η χρησιμότητα αυτής της υπερβολής.
Γιατί, ενώ τα τηλεοπτικά πάνελ αναλύουν τον «πατριωτικό δυναμισμό» της κυβέρνησης, μια σειρά από βαριά πολιτικά ζητήματα παραμένουν στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης. Η τραγωδία των Τεμπών, με τις πολιτικές και ποινικές ευθύνες που ακόμη ζητούν απαντήσεις, εξακολουθεί να αιωρείται πάνω από το πολιτικό σύστημα. Το κράτος δικαίου έχει δεχθεί σοβαρά πλήγματα, όπως φάνηκε στο σκάνδαλο των υποκλοπών και των παρακολουθήσεων πολιτικών, δημοσιογράφων και πολιτών.
Αντί, όμως, να κυριαρχούν αυτά τα ζητήματα στον δημόσιο διάλογο, συχνά πνίγονται μέσα στον θόρυβο της επικοινωνιακής διαχείρισης. Η συζήτηση μετατοπίζεται. Έτσι, λοιπόν, από τη λογοδοσία περνάμε στην εθνική συσπείρωση. Από την πολιτική ευθύνη στη θεατρική επίδειξη αποφασιστικότητας.
Την ίδια στιγμή, ιστορίες όπως εκείνες των επιδοτήσεων και των κομματικών δικτύων στον ΟΠΕΚΕΠΕ αποκαλύπτουν ένα άλλο πρόσωπο της εξουσίας, το γνώριμο σύστημα πελατειακών εξαρτήσεων και κομματικών παρασίτων που επιβιώνει μέσα από τον κρατικό μηχανισμό. Ένα σύστημα που δεν έχει καμία σχέση με τις πατριωτικές μπαλάντες που ακούγονται καθημερινά από τα δελτία ειδήσεων.
Η δημοκρατία, όμως, δεν λειτουργεί με ύμνους και επετειακές αφηγήσεις, λειτουργεί με έλεγχο, διαφάνεια και λογοδοσία. Και η δημοσιογραφία οφείλει να υπηρετεί ακριβώς αυτό, την αποκάλυψη της πραγματικότητας, όχι την εξιδανίκευση της εξουσίας.
Όταν, λοιπόν, τα αυτονόητα παρουσιάζονται ως μεγάλες πράξεις πατριωτισμού, δεν πρόκειται απλώς για επικοινωνιακή υπερβολή, πρόκειται για έναν τρόπο να μετατοπιστεί το βλέμμα της κοινωνίας. Να ξεχαστούν όσα ενοχλούν, να θαφτούν όσα ζητούν απαντήσεις.
Και τότε ο πατριωτισμός κινδυνεύει να γίνει κάτι πολύ πιο πεζό: Ένα ακόμη εργαλείο πολιτικής διαχείρισης.
Ίσως γι’ αυτό αξίζει να θυμόμαστε κάτι απλό. Η πραγματική δημοκρατική ωριμότητα μιας χώρας δεν μετριέται από το πόσο δυνατά υψώνει τη σημαία της, μετριέται από το πόσο αυστηρά ελέγχει εκείνους που την κρατούν.