
Απ. Αποστόλου στο “Π”: Όταν το τέρας ήταν χρήσιμο
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
Υπάρχουν σκάνδαλα που ξεσκεπάζουν συστήματα και υπάρχουν σκάνδαλα που τα ξεπλένουν. Ο Τζέφρι Επστάιν ανήκει αποφασιστικά στη δεύτερη κατηγορία. Όχι επειδή ήταν αθώος, το αντίθετο βέβαια, αλλά επειδή η υπόθεσή του λειτούργησε ως τελετουργικό εξαγνισμού μιας κοινωνίας που δεν θέλει να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Ένας νεκρός ένοχος, άφθονες καταστροφές γύρω του και μια πολιτική τάξη που έσπευσε να δηλώσει σοκαρισμένη. Τι πιο βολικό.
Ο Επστάιν δεν ήταν μια «παθολογία του συστήματος». Ήταν το σύστημα σε συμπυκνωμένη μορφή. Χρήμα χωρίς πρόσωπο, εξουσία χωρίς λογοδοσία, σεξ χωρίς συναίνεση, πολιτική χωρίς ντροπή. Και όμως τον αντιμετωπίσαμε σαν έναν καρκίνο που αφαιρέθηκε επιτυχώς, επιτρέποντάς μας να πανηγυρίσουμε την ανθεκτικότητα του οργανισμού. Στεκόμαστε μπροστά στο φέρετρο του πολιτισμού μας και χειροκροτούμε όρθιοι την άτρωτη ύπαρξή μας.
Η πολιτική και κοινωνική χρεοκοπία δεν δηλώνεται με πτώχευση, δηλώνεται με ανακούφιση. Με την ανακούφιση ότι «δεν είμαστε όλοι ίδιοι», ότι «οι θεσμοί λειτούργησαν», ότι «η Δικαιοσύνη θα αποδοθεί», ακόμη κι όταν ο βασικός κατηγορούμενος βρίσκεται βολικά νεκρός στο κελί του. Η υπόθεση Επστάιν δεν προκάλεσε ηθικό σοκ, προκάλεσε ηθική αμνησία.
Στο μετα-ηθικό τοπίο της εποχής μας, η ηθική δεν καταρρέει, μετασχηματίζεται σε θέαμα. Δεν μας ενδιαφέρει η αλήθεια αλλά η αφήγηση. Δεν μας νοιάζει η ευθύνη αλλά η κατανομή της. Κάθε κοινωνία επιλέγει προσεκτικά τους ενόχους της ώστε να παραμείνει η ίδια αθώα. Ο Επστάιν ήταν ιδανικός, είχε όλα τα σύμβολα της κοινωνικά άρρωστης εποχής μας. Ήταν πλούσιος, διεστραμμένος, απομονώσιμος. Τώρα, όλοι οι ομοτράπεζοί του, οι συνεργάτες του, μιλούν για εκείνον σαν να είναι ένα τέρας που τους εξαπάτησε.
Αλλά οι φωτογραφίες δεν αυτοκτόνησαν. Οι λίστες δεν κρεμάστηκαν μόνες τους. Οι πόρτες της εξουσίας δεν άνοιξαν κατά λάθος. Και, επιπλέον, το σκάνδαλο δεν ήταν το έγκλημα, ήταν η κανονικότητά του. Το γεγονός ότι τόσοι πολλοί ήξεραν και τόσοι περισσότεροι έκαναν ότι δεν ήξεραν. Αυτή είναι η πραγματική παθολογία της κοινωνικοπολιτικής ζωής μας. Η οργανωμένη απάθεια με δημοκρατικό προσωπείο.
Η πολιτική έσπευσε να μιλήσει για «μεμονωμένο περιστατικό». Τα ΜΜΕ για «αρρωστημένο μυαλό». Οι αγορές συνέχισαν αδιάφορες. Οι θεσμοί αναστέναξαν ανακουφισμένοι. Και η κοινωνία; Η κοινωνία έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα. Πήρε θέση ηθικής ανωτερότητας, χωρίς κανένα κόστος. Καταδίκασε φωναχτά, κατανάλωσε το σκάνδαλο και πέρασε στο επόμενο.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η μετα-ηθική έξαρση. Μια ηθική χωρίς πράξη, χωρίς συνέπειες, χωρίς ρήξη. Μια ηθική που υπάρχει μόνο για να επιβεβαιώνει ότι «εμείς δεν είμαστε έτσι». Το τέρας πρέπει να είναι ξένο, αλλιώς το βλέπουμε στον καθρέφτη. Και κανείς δεν θέλει να αναγνωρίσει ότι το πρόβλημα δεν ήταν ο Επστάιν, αλλά το γεγονός ότι χωρούσε παντού.
Η κοινωνική χρεοκοπία δεν έγκειται σε ό,τι συνέβη. Έγκειται στο ότι μας βόλεψε να τελειώσει έτσι. Ένας νεκρός, καμία συστημική ευθύνη, μηδενική πολιτική ζημιά. Το τέλειο έγκλημα είναι αυτό που επιτρέπει στο σύστημα να συνεχίσει ακριβώς όπως πριν, με λίγο περισσότερη υποκρισία και λίγο λιγότερη μνήμη.
Και, κάπως έτσι, μπροστά στο φέρετρο του πολιτισμού μας, δεν πενθούμε, το αντίθετο χειροκροτούμε. Χειροκροτούμε τους θεσμούς που «άντεξαν», τα μέσα που «αποκάλυψαν», την κοινωνία που «ευαισθητοποιήθηκε». Χειροκροτούμε τον εαυτό μας που επιβίωσε, όχι επειδή άλλαξε αλλά επειδή δεν χρειάστηκε να αλλάξει τίποτα.
Ο Επστάιν δεν ήταν το τέλος μιας σήψης. Ήταν η απόδειξη ότι η σήψη έχει καλή δημόσια εικόνα. Ότι η πολιτική και κοινωνική μας ζωή έχει μάθει να μετατρέπει την παθολογία σε αφήγημα και το αφήγημα σε άλλοθι. Και όσο συνεχίζουμε να μιλάμε για «εξαιρέσεις» τόσο θα ζούμε μέσα στον κανόνα της χρεοκοπίας.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι χάσαμε τον μπούσουλα. Είναι ότι μάθαμε να κινούμαστε μια χαρά χωρίς αυτόν. Να συνυπάρχουμε με τη σήψη, να τη βαφτίζουμε ρεαλισμό και να την πουλάμε ως ωριμότητα. Μια κοινωνία που δεν σοκάρεται πια αλλά διαχειρίζεται τα σκάνδαλά της όπως διαχειρίζεται τις ειδήσεις, γρήγορα, επιλεκτικά, αναλώσιμα.
Ο Επστάιν δεν ήταν το τέλος μιας εποχής, ήταν η επιβεβαίωσή της. Η απόδειξη ότι η πολιτική και κοινωνική μας ζωή ξέρει να απορροφά τα πιο σκοτεινά της συμπτώματα χωρίς να αλλάζει ρυθμό. Ότι μπορεί να καταπίνει εγκλήματα, να χωνεύει ευθύνες και να συνεχίζει, ελαφρώς μουτζουρωμένη αλλά λειτουργική.
Και έτσι, μπροστά στο φέρετρο του πολιτισμού μας, δεν σκύβουμε το κεφάλι. Στεκόμαστε όρθιοι και χειροκροτούμε. Όχι από δύναμη αλλά από ανακούφιση. Γιατί, για άλλη μία φορά, καταφέραμε να περάσουμε απέναντι χωρίς να κοιταχτούμε στον καθρέφτη.