Απ. Αποστόλου στο “Π”: Όταν η πολιτική δίνει ραντεβού με την εικόνα

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Όταν η πολιτική δίνει ραντεβού με την εικόνα

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας


Η πολιτική σήμερα αντικρίζεται μόνο ως εικόνα, και, για να το πούμε και αλλιώς, η πολιτική «πουλάει εικόνα». Κάποτε οι πολιτικοί έλεγαν ότι έχουμε δώσει ραντεβού με την Ιστορία, σήμερα αυτό που μπορούν να πουν είναι ότι το ραντεβού της πολιτικής είναι εκείνο με την εικόνα. Και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι σήμερα ο μεγάλος φόβος των πολιτικών δεν είναι το οικονομικό κραχ, αλλά το κραχ των εικόνων (το κραχ του ορατού, όπως μας έλεγε ο Πολ Βιριλιό). Γιατί εκείνος που κατέχει το πριγκιπάτο των εικόνων θεωρείται και ο αναμφισβήτητος εξουσιαστής.

Ιστορικά, το φιλοσοφικό πρόβλημα της εικόνας ήταν η σχέση της εικόνας με το πρωτότυπό της. Πάντα, όπως υποστήριζε ο Μάριο Περνιόλα, «μεταξύ εικόνας και πρωτότυπου, μορφής και πνεύματος, υπήρχε μια σχέση θεότητας». Στο πέρασμα των αιώνων, αυτή η παραδοσιακή κουλτούρα χάνεται και η εικόνα αυτονομείται από το πρωτότυπό της. Αυτή η εξέλιξη βοηθήθηκε από την εικονοκλαστική στάση, που ήρθε να πάρει εκδίκηση ύστερα από αιώνες και να απορρίψει όλες τις σχέσεις της εικόνας με το πρωτότυπο.

Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, η μάχη μεταξύ εικονολατρίας και εικονομαχίας πήρε τέλος στην εποχή μας, με τη συναρίθμησή τους ή με τη συναίρεσή τους. Έτσι, λοιπόν, μέσα από τη διασταύρωσή τους, η εικονολατρία απώλεσε το πρωτότυπό της (δηλαδή τη μεταφυσική), που συνιστούσε το θεμέλιο της, και η εικονομαχία αποποιήθηκε τη ριζοσπαστικότητά της, δηλαδή τη φιλοσοφική της άποψη ότι η εικόνα αποτελούσε ένα ύποπτο θέαμα, μια σκηνοθεσία στερημένη από κάθε αξία, γιατί εξέφραζε μια δόλια απάτη.

Μέσα από τη συναίρεση, τη διασταύρωση των δύο φιλοσοφιών (εικονομαχίας και εικονολατρίας) προέκυψε η υπερ-πραγματική εικόνα, η οποία πλάθει έναν νέο κόσμο, ολοκληρωτικά υποταγμένο στη μαγεία της αυτοτέλειας της εικόνας και πιο συγκεκριμένα στην παραισθητική δύναμη ενός υπερ-οράματος που ξεπερνά κάθε αναπαράσταση και οδηγεί σε μια ξεχωριστή ουσία της αυτονομημένης εικόνας, η οποία καθίσταται το μελλοντικό πρωτότυπο. Μάλιστα, αυτή η υπερ-πραγματικότητα της εικόνας καταλήγει τις περισσότερες φορές σ’ έναν υπερφουτουρισμό γιατί επιδιώκει την ακραία κατάφαση.

Η εικόνα, λοιπόν, αποκτά τη δική της, αυτόνομη αυθεντικότητα και μαζί μια καταξίωση, χωρίς ωστόσο να θεμελιώνει κάποια αξία. Πρόκειται ουσιαστικά για μια νέα σαγήνη, όπου η γοητεία του σαγηνευτή δεν προκύπτει από τις δεξιότητές του, ή τα χαρίσματά του αλλά από τη συσσώρευσή του σε εικόνες. Όσες περισσότερες φωτογραφίες διακινεί, για παράδειγμα, ένας πολιτικός τόσο περισσότερο ενισχύει τη δημοτικότητά του και κατ’ επέκταση την εξουσία του.

Και το ζήτημα που ανακύπτει είναι: Υπάρχει ο φόβος για έναν πληθωρισμό της εικόνας; Και αυτό γιατί ο πληθωρισμός της εικόνας λειτουργεί στο πνεύμα του πληθωρισμού της οικονομίας. Έτσι, όπως ο πληθωρισμός στην οικονομία διαβρώνει γρήγορα την πραγματική αξία του τοπικού νομίσματος, με τον ίδιο τρόπο ο πληθωρισμός της εικόνας διαβρώνει την πύκνωση του κοινωνικού. Βλέπετε, η σκηνή του καθρέφτη της Ιστορίας άλλαξε και έδωσε τη θέση στην εικόνα της οθόνης και στο δίκτυο.

Να γιατί οι πολιτικοί λατρεύουν τις φωτογραφίες και επιδιώκουν να φωτογραφίζονται με τους ψηφοφόρους τους ή εμφανίζονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με ρυθμούς φρενίτιδας. Τι γίνεται, όμως, όταν η εικόνα παντρεύεται τον εξυπνακισμό;

Μέσα από την πολυφωνική χειραγώγηση των πολιτών, οι πολιτικοί κατασκευάζουν εικόνες συνονθυλευμάτων παρωδίας, οι οποίες προβάλλονται με στόχο να πετύχουν τη συμπάθεια του κόσμου.

Όμως, το μόνο που πετυχαίνουν είναι να δίνουν αποτυχημένες παραστάσεις στο θαμπόφωτο του εξυπνακισμού. Κάποιες φορές, όμως, η εικόνα βυθίζεται στον κώδικα της παρωδίας. Γιατί αν κάποτε η κάμερα αποτελούσε το ισχυρότερο όπλο, όπως υποστήριζε ο Μουσολίνι, αν επίσης η μεγάλη οθόνη υπήρξε το αποτελεσματικότερο εργαλείο, όπως υποστήριζε ο Στάλιν, σήμερα το δίκτυο, με το φαινόμενο των σέλφι, προωθεί τον πολιτικό ναρκισσισμό και την πολιτική ματαιοδοξία σε παροξυσμικές παραισθησίες και σ’ ένα απίστευτο γκροτέσκο.


ΤΟ ΠΑΡΟΝ