Απ. Αποστόλου στο “Π”: Οι τακτικισμοί της εξουσίας απέναντι στις αγροτικές κινητοποιήσεις

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Οι τακτικισμοί της εξουσίας απέναντι στις αγροτικές κινητοποιήσεις

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας


Στις αγροτικές κινητοποιήσεις και επαναστάσεις από την πλευρά της εξουσίας πάντα υπήρχαν συγκεκριμένες πολιτικές στρατηγικές που αποδυνάμωναν τη συλλογική αγροτική αντίσταση. Είναι πολλά τα παραδείγματα στην παγκόσμια ιστορία, όπου κράτη, φεουδάρχες, γαιοκτήμονες λειτούργησαν αποτρεπτικά προς τις αγροτικές εξεγέρσεις μέσω συμμαχιών άλλων αγροτικών ομάδων, που είχαν συνθηκολογήσει και συνεργάστηκαν με την εξουσία για να καταστούν προνομιούχες τάξεις.

Οι εξουσίες κατασκεύαζαν σκόπιμα διάφορα συμφέροντα μέσα στις αγροτικές κοινότητες, ώστε εκείνες να χρησιμοποιηθούν ως δυνάμεις αποτροπής των αγροτικών διεκδικήσεων. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Στη Μεσαιωνική Ευρώπη δημιουργήθηκε αντιπαράθεση μεταξύ ελεύθερων αγροτών και δουλοπάροικων. Ευγενείς (bellatores) και κλήρος (oratores) είχαν παραχωρήσει επιλεκτικές ελευθερίες (για παράδειγμα απαλλαγή από αγγαρείες ή φόρους) σε χωριά ή σε αγροτικά νοικοκυριά, ώστε να υπάρχει πάντα ένας διαχωρισμός μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων της αγροτικής γης. Επίσης, κάποιες αγροτικές κοινότητες κατά τον Μεσαίωνα πλήρωναν μειωμένα τέλη για τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Ενώ όσοι αγρότες συμμετείχαν σ’ ενιαίες εξεγέρσεις, όπως κατά τη διάρκεια του Γερμανικού Αγροτικού Πολέμου (1524 – 1525), τιμωρούνταν παραδειγματικά.

Στη Βρετανική Ινδία ευνοήθηκαν ορισμένες κάστες ή ομάδες γαιοκτημόνων (για παράδειγμα οι zamindars το 1793), οι οποίοι μετατράπηκαν σε μεσάζοντες που θα έλεγχαν τις μεγάλες μάζες των αγροτών, παρεμποδίζοντας παράλληλα τις αγροτικές κινητοποιήσεις, συντηρώντας έτσι την αποικιακή κυριαρχία της Ινδίας. Ενώ οι συγκεκριμένες ομάδες, ως τοπικές ελίτ, ανταμείβονταν πάντα από την αποικιοκρατική εξουσία για τον συγκεκριμένο ρόλο τους.

Η Τσαρική Αυτοκρατορία, στους πρεσβύτερους των χωριών (starosty) ή στους ευκατάστατους αγρότες (κουλάκους) παραχώρησε ιδιαίτερα προνόμια, για παράδειγμα μεγάλες ιδιοκτησίες γης, διοικητικούς ρόλους κ.λπ. Ενώ κατά τη διάρκεια των αγροτικών εξεγέρσεων του 18ου – 19ου αιώνα, όπως η εξέγερση του Πουγκατσόφ, που αποτέλεσε το αιματηρό χρονικό μιας στάσης χωρικών στα Ουράλια, με επίκεντρο την πόλη Όρενμπουργκ, αγροτικές ελίτ-προνομιούχοι της καλλιεργήσιμης γης μεσολάβησαν διαιτητικά ώστε να σταματήσουν οι ταραχές.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία λειτούργησε κατασταλτικά στις γεωργικές εξεγέρσεις μέσα από τις διαφορετικές φορολογικές κατηγορίες που είχε επιβάλει στους αγρότες και πιο συγκεκριμένα με τα διαιρεμένα κοινοτικά προνόμια που υπήρχαν μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών χωριών, δημιουργώντας σκόπιμα ανταγωνιστικές παρά συνεργατικές σχέσεις μεταξύ τους. Αυτό εμπόδιζε να υπάρξουν συντονισμένα αγροτικά κινήματα, τα οποία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συλλογικά και εξεγερτικά.

Το ίδιο συνέβη και στην αποικιακή Λατινική Αμερική, αφού το ισπανικό στέμμα εκμεταλλεύτηκε τις διαιρέσεις μεταξύ των ιθαγενών κοινοτήτων, όπως των μιγάδων και των αγροτών αφρικανικής καταγωγής. Έτσι, κατά τη διάρκεια των κινημάτων που συμμετείχαν και οι αγρότες, όπως η εξέγερση του Τούπακ Αμάρου Β’ (1780 – 1783), το στέμμα προσπάθησε να κερδίσει ιθαγενείς συμμάχους υποσχόμενο προστασία σε συγκεκριμένες ομάδες.

Σήμερα, η παραπάνω στρατηγική βεβαίως και λειτουργεί. Οι τακτικές διαχωρισμού, όπως οι παράλληλες αγροτικές ομάδες με ειδικά προβλήματα, με διαφορετικά αιτήματα και ξεχωριστές διευθετήσεις λύσεων, χρησιμοποιούνται από το πολιτικό σύστημα ως μοχλός καταστολής του αγροτικού κινήματος. Αρκούν μερικά παραδείγματα από την ελληνική πραγματικότητα για να δούμε πώς λειτούργησε η τακτική του «διαίρει και βασίλευε» στα ελληνικά αγροτικά κινήματα. Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας (1881), το πρόβλημα των τσιφλικιών παρέμεινε άλυτο. Οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να διαχωρίσουν τους ακτήμονες κολίγους από τους μικροϊδιοκτήτες. Καλλιεργήθηκε, λοιπόν, η ιδέα ότι «δεν είναι όλοι ίδιοι» και ότι κάποιοι θα ωφεληθούν ατομικά. Η τακτική αυτή κορυφώθηκε πριν και μετά το Κιλελέρ (1910), όπου η κρατική καταστολή συνδυάστηκε με προσπάθεια απομόνωσης των πιο μαχητικών αγροτών. Παρ’ όλα αυτά, η μαζικότητα του κινήματος οδήγησε τελικά σε αναδιανομή γης. Τη δεκαετία του ’20 και ’30, το κράτος αντιμετώπισε το πρόβλημα των αγροτικών χρεών κατά περιοχή και κατά τα προϊόντα. Δημιουργήθηκαν ευνοούμενοι και ριγμένοι αγρότες. Οι συνεταιρισμοί συχνά ελέγχονταν πολιτικά, διασπώντας το αγροτικό κίνημα σε κομματικές γραμμές. Το αποτέλεσμα ήταν η αποδυνάμωση της ενιαίας αγροτικής διεκδίκησης. Στη μεταπολεμική περίοδο, οι αγρότες χωρίστηκαν σε εθνικόφρονες και ύποπτους, με αποτέλεσμα οι κρατικές παροχές, οι άδειες και τα δάνεια, καθώς επίσης και οι αποζημιώσεις να δίνονται επιλεκτικά. Οι αγροτικοί αγώνες αποπολιτικοποιήθηκαν ή καταστάλθηκαν. Η κοινωνική και πολιτική διαίρεση λειτούργησε ανασταλτικά για δεκαετίες.

Με λίγα λόγια, το «διαίρει και βασίλευε» λειτουργεί όσο οι αγροτικές κινητοποιήσεις παραμένουν κατακερματισμένες. Όταν, όμως, αποκτούν ενιαίο λόγο και στόχο, η τακτική αυτή χάνει την αποτελεσματικότητά της. Θα λέγαμε, όμως, ότι αυτή η στρατηγική της εξουσίας αποτελεί την πιο σίγουρη εξουσιαστική συνταγή. Ωστόσο, η πρακτική του «διαίρει και βασίλευε» είναι η πιο σμιλευμένη εξουσιαστική τακτική και πιο προγραμματισμένη για να φέρει τα ποθούμενα αποτελέσματα στην εξουσία.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ