Απ. Αποστόλου στο “Π”: Ο Νεοέλληνας ψάχνει το χαμένο του όνειρο

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Ο Νεοέλληνας ψάχνει το χαμένο του όνειρο

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας


Μετά από κρίσεις που περνάμε ως κοινωνία, ως πολιτεία, αναρωτιόμαστε για το ποιος φταίει. Το ψάχνουμε, το ερευνούμε, το αναλύουμε, αλλά δεν καταφέρνουμε ποτέ να το βρούμε, και αυτό γιατί κάθε φορά δικαιολογούμε στάσεις, προθέσεις, λογικές και κάπως έτσι δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε ποτέ. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον τι μας λείπει: Λείπει η έμπνευση, λείπουν οι ορίζοντες, ίσως το όραμα και η πίστη; Ή μήπως λείπουμε εμείς, ως υποκείμενα, από την Ιστορία;

Έτσι και αλλιώς, η ζωή ανταλλάσσεται με την επιβίωση και η επιβίωση θέλει πολλές συνθηκολογήσεις, υποταγές, συμβιβασμούς. Τι μένει από εκεί και ύστερα για τον άνθρωπο; Ένα παραμύθι δίχως όνομα; Μια ελπίδα ξεπλυμένη; Μια ψυχολογική υποβολή με μια μικρονοϊκή ευχή που λέει: ίσως να γίνει κάτι διαφορετικό;

Γιατί ο Νεοέλληνας δεν θα μπορέσει να ανακτήσει το θάρρος του, την τόλμη του, το όνειρό του, την ελπίδα του; Όχι, φυσικά, γιατί προχώρησε σε μια εξατομικευμένη – ατομοκεντρική καταναλωτική κοινωνία. Όχι γιατί έπαψε να υπάρχει η κοινωνία του προσώπου (υπήρξε ποτέ;) όπως οι νεοορθόδοξοι διατείνονταν, αλλά γιατί ο Νεοέλληνας άρχισε να σκέφτεται τόσο όσο του χρειάζεται για να γνωρίσει το παρένθετο πρόσωπο που θα τον βολέψει στο Δημόσιο, που θα τον βοηθήσει να πάρει το δάνειο για να ξεκινήσει την επιχείρησή του ή για να τον προσλάβει ως υπάλληλο κάποια επιχείρηση.

Οι εγγράμματοι / μεσογραμματισμένοι νεοέλληνες διανοούμενοι μας λένε ότι οι φάσεις που πέρασε ο Ελληνισμός ήταν από τον οπλίτη-πολίτη της κλασικής εποχής στον πολίτη-πρόσωπο της βυζαντινής περιόδου. Αυτή ήταν, μας λένε οι βερμπαλιστές της ιστορικής μας διαδρομής, η οργανική κοινότητα του ελληνικού πνεύματος, περνώντας όμως εκ των υστέρων –θα λέγαμε εμείς σήμερα– στον πολίτη-επαίτη της αδιάφορης και αδιαφοροποίητης μάζας και του παχυδερμικού αμοραλισμού.

Τα μοντέλα οπλίτης-πολίτης και πολίτης-πρόσωπο είχαν αναφορά στην κοινότητα και όχι στην κοινωνία. Στην κοινότητα ιδίαζε η ψυχοδυναμική του ελληνικού έθνους, εκεί υπήρχε μια συγκεκριμένη και δημιουργική ταυτότητα. Εκεί ο πολίτης-οπλίτης ξέκοβε από την πρωτογονική ψυχολογία του ατομικού συμφέροντος, από τα δευτεροκλασάτα της κόλασης, τα ομολογημένα ανομολόγητα συμφέροντα, τα οποία ανέστελλαν και αναστέλλουν κάθε δημιουργική προώθηση. Όχι όμως πως και τότε δεν υπήρχαν και εξαντικειμενικεύσεις που υποκινούσαν τον Έλληνα σε ψυχικά υποθέματα και σε κλίμακες της φτήνιας και της χαμοζωής.

Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, και ιδεομανής υπήρξε ο Έλληνας, και εκμεταλλευτικός. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε εξοντωτικός και ύπουλος. Έτσι κι αλλιώς, περνώντας από την παννοηματική ερμηνεία του κόσμου ή, για να το πούμε και αλλιώς, από την πολυσημειολογία του κόσμου, το κέντρο εκείνο που υπήρχε ως δύναμη και ομοιομορφικός δεσμός έχασε την αίγλη του και όλα αποκεντροθετήθηκαν. Η ζωή έγινε ένας γλυκός πειρασμός, που κάποιες φορές –ίσως τις περισσότερες– κατέληξε να γίνει μια παθολογική απόληξη, μια ροπή προς την προχειρότητα, τη χαλαρότητα και τον εκχυδαϊσμό. Η υπαρκτή συναισθηματικότητα και παιδικότητα (κατά τον Νίτσε), η αφέλεια της ελληνικής ψυχής, όπως υπογράμμιζε και πάλι ο Νίτσε, έγινε πλαδαρότητα, πονηριά και ατομική ιδιοτέλεια.

Εξάλλου, η ελληνική κουλτούρα, από την κλασική εποχή έως και σήμερα, αταβιστικά γνώριζε ότι τα κέντρα και οι συντεταγμένες έχουν τελειώσει (αυτά αναζητούσε η δυτική σκέψη, αν θυμηθούμε τον Καρτέσιο) και ο περισπασμός, η αποκεντροθέτηση αποτελούσαν πάντα την ενορατική του σύλληψη. Μπροστά στην παννοηματική ερμηνεία του κόσμου, για τον κλασικό Έλληνα υπήρχαν αντιφάσεις που υπήρξαν κάποιες φορές δημιουργικές και άλλες φορές καταστροφικές.

Ήταν εύκολο, λοιπόν, ο Έλληνας, με μια παρανοηματική συλλογική αυταπάτη και αντιμετωπίζοντας τις συνθήκες της αναγκαιότητας, να συνθηκολογήσει με ό,τι τον οπισθοχωρούσε ηθικά και πνευματικά. Εδώ ακριβώς χάνει και το μέτρο. Και ενώ έθετε ως απαραβίαστο όρο την ελευθερία του, η οποία αποτελούσε και υπέρβαση κάθε μορφής αναγκαιότητας, δημιούργησε μια σχέση παραναλώματος, η οποία εξάντλησε κάθε αντίσταση και άρνηση. Εκεί ακριβώς καλλιεργήθηκε και μια πρωτογονική ψυχολογία του «άρπαξε να έχεις» και του «ζήσε εσύ και άφησε τους άλλους να πεθάνουν», δημιουργώντας παράλληλα έναν φανατισμό και μια μισαλλοδοξία. Υποστέλλοντας τις αντιστάσεις που διέθετε, δεχόμενος να εξανδραποδιστεί και αναπτύσσοντας έναν κομπλεξισμό, όπου όλα τα πράγματα τα έφερνε στα μέτρα της αναπηρίας του, εξέφραζε παράλληλα έναν αρνητισμό ο οποίος έβρισκε εύκολη διέξοδο στον μειονεκτισμό, σταματώντας έτσι κάθε ποιοτικό ευγενισμό της ζωής του. Και ενώ ως άμυνα ο Έλληνας είχε τη μυθολογική φιλοσοφία της άρσης της έκπτωσής του (για παράδειγμα οι περιπέτειες του Οδυσσέα), στην πορεία του έκοψε όλες οι γέφυρες με τις άμυνες που διέθετε, φτιάχνοντας ένα μοντέλο πολίτη της μονοσήμαντης, χρησιμοθηρικής βιολογικο-ιδεολογίας του, που ενοικεί στις κατοχικές συμβάσεις της ζωής του, συνηθίζοντας έτσι τον αέρα της παρακμής.

Άρα ποιο είναι το μοντέλο της πολιτικής σήμερα; Ερώτημα χωρίς απάντηση και αυτό, γιατί έχει συμβεί ένας πολιτικός αυτοαποσχηματισμός όλων των θεσμών και των λειτουργιών, όλων των παραδοσιακών πολιτικών σχεδιασμών, έτσι ώστε η πολιτική να εντάσσεται σ’ ένα ασπόνδυλο σχήμα που αντιπαλεύει τον εαυτό της. Και μπαίνει ταυτόχρονα και το ερώτημα για τον πολίτη. Ποιο μοντέλο ακολουθεί ο πολίτης και σε ποια όνειρα διανυκτερεύει ώστε να μπορέσει να εγείρει πρωτοβουλίες, για να μην είναι προβλέψιμος στη φαντασία και αιχμάλωτος στα προσωπικά του συμφέροντα; Δύσκολα και τα δύο ερωτήματα, αναγκαία όμως, αν θέλουμε να υπερβούμε το περίγραμμα της ατομικής μας καθίζησης.


ΤΟ ΠΑΡΟΝ