
Απ. Αποστόλου στο “Π”: Μια έξοδος που θα βοηθήσει τη χώρα
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
Ένας από τους βασικότερους συνεργάτες του κ. Σαμαρά, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, σε άρθρο του στην εφημερίδα τα «Τα Νέα», καταλογίζει στον Κυριάκο Μητσοτάκη μια ασυμμάζευτη πολιτική αποτυχία. Βάζοντας μάλιστα μια ερώτηση, ο κ. Λαζαρίδης έδωσε ο ίδιος και την απάντηση.
Έγραψε λοιπόν: «Πότε αποτυγχάνει μια Πολιτική; Όταν στηρίζεται σε λάθος υποθέσεις, όταν επιδιώκει ανέφικτα αποτελέσματα, όταν δεν έχει διαβάσει καλά τον αντίπαλο ή όταν δεν υπάρχει ‘‘εναλλακτική’’, αν όλα πάνε στραβά» και σημειώνει στη συνέχεια: «Η εξωτερική πολιτική Μητσοτάκη αποδείχθηκε πλήρως αποτυχημένη, γιατί συνέβησαν ΟΛΑ τα παραπάνω μαζί! Κι έτσι φτάσαμε στο φιάσκο της Νέας Υόρκης».
Συνεχίζοντας θα τονίσει: «Η Ελλάδα δεν μπόρεσε να πείσει καμία χώρα να μη στηρίξει την Τουρκία, αφού η ίδια είχε ήδη ανακηρύξει την Άγκυρα… φίλη της!», προσθέτοντας στην παραπάνω συλλογιστική του ότι «οι χώρες, συνήθως, πρώτα λύνουν τα προβλήματά τους με έναν απειλητικό γείτονα και μετά υπογράφουν ‘‘φιλία’’ μαζί του. Εμείς κάναμε το αντίθετο – και το πληρώνουμε τώρα. Κι έτσι η ‘‘φίλη’’ Τουρκία, ενώ εξακολουθεί να μας απειλεί, βρίσκεται η ίδια στο κέντρο των εξελίξεων – κι εμείς στο περιθώριο».
Και δίνοντας το περιθώριο ότι ακόμη μπορούμε να ανατρέψουμε τη δύσκολη συνθήκη που έφτιαξε η κυβέρνηση του κ. Σαμαρά, θα τονίσει επίσης: «Όσα πέτυχε σε βάρος μας τον τελευταίο ενάμιση χρόνο (η Τουρκία) είναι ακόμα αντιστρέψιμα… Αλλά για να αντιστραφούν, χρειάζεται άμεση και ριζική αναθεώρηση Πολιτικής. Γιατί η Πολιτική μας έχει πλήρως αποτύχει. Και η αποτυχία ΔΕΝ αφορά μόνον τα ελληνοτουρκικά…».
Αυτές οι εκτιμήσεις του κ. Λαζαρίδη είναι εκτιμήσεις που τις έχει κάνει η πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Το απροσμέτρητο χάλι της χώρας μας σ’ όλα τα επίπεδα είναι γνωστό και δύσκολα αμφισβητείται με αντικειμενικά κριτήρια. Μόνο οι στρατευμένοι και σαφώς προνομιούχοι από την κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη την αρνούνται.
Μια μεγάλη αποτυχία έχει απλωθεί σε όλους τους τομείς. Η καθημερινότητα δύσκολα παλεύεται, η δημοκρατία, με τις αρχές της (νομιμοποίηση, κράτος δικαίου, ανεξαρτησία θεσμών), αποτελεί μια αφαίρεση, έτσι η δημοκρατία γίνεται ουδέτερη και στερημένη αξιών. Και αυτό γιατί η υπευθυνότητα και η λογοδοσία έχει αντικατασταθεί από την ατιμωρησία, την ασυλία και το ακαταδίωκτο. Παράλληλα, τα παράκεντρα εξουσίας και ο παρακρατισμός έχουν αντικαταστήσει την εκλεγμένη εξουσία.
Και αν αυτά είναι τα εσωτερικά ζητήματα της χώρας, στην εξωτερική πολιτική έχουμε περάσει στην απομόνωση και έχουμε γίνει ο πιο αναξιόπιστος σύμμαχος. Με άλλα λόγια, η πολιτική υπευθυνότητα της κυβέρνησης έχει εξανεμιστεί. Ενώ η επιχειρηματολογία πειθούς (προχειρολογική και πασαλημματική) που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση για να δικαιολογήσει την άσκηση πολιτικής της σ’ όλα τα επίπεδα γίνεται μπουρλέσκ αφήγηση. Όμως υπάρχει μια κομματική πειθαρχία η οποία λειτουργεί ως ασπίδα και αποτρέπει να αμφισβητηθεί η πολιτική διαχείριση και νομιμοποιεί τα ανομιμοποίητα.
Βλέπετε, οι πολιτικοί σήμερα είναι επαγγελματίες και έτσι δεν εμφιλοχωρούνται προσωπικές πεποιθήσεις, ελεύθερες απόψεις, όλα γίνονται μια ακίνητη δύναμη ενωμένων επαγγελματιών. Όλα αυτό έχει βαφτιστεί στις μέρες μας (στις μέρες του μεγάλου πολιτικού παγετώνα, που έλεγε ο Φελίξ Γκουαταρί) εκσυγχρονισμός. Ο γάλλος πολιτικός κοινωνιολόγος Ραϊμόν Αρόν έγραφε ότι όταν μας λένε ότι εκσυγχρονιζόμαστε, να είμαστε σίγουροι ότι τις περισσότερες φορές αποσυγχρονιζόμαστε.
Βέβαια, οι απόψεις του κ. Λαζαρίδη εκφράζουν τις απόψεις του κ. Σαμαρά και επίσης διατυπώνουν την υπερκινητικότητα στους κόλπους της ΝΔ και τη δικαιολογημένη ανησυχία τους. Και αυτό γιατί βλέπουν ότι η λαϊκή Δεξιά έχει γίνει ένα ακραίο κόμμα αναρχοφιλελευθερισμού, που συνθηκολογεί με όλα και στερεοποιεί μια κατάσταση που είναι τρομερά δύσκολη για τη χώρα.
Η κυνισμός της πολιτικής διαχείρισης της κυβέρνησης του κ. Μητσοτάκη είναι ασύμμετρος και μαζί προκλητικός. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι μια ανακατανομή των τρόπων και των ιεραρχιών της εκμετάλλευσης. Το «ΦΥΓΕ» του κ. Λαζαρίδη δεν εκφράζει μόνο τους οπαδούς της ΝΔ, εκφράζει και την πλειοψηφία του ελληνικού λαού.