Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ρώμης
Ο ένας βλέπει την έλευση μιας υπερνοημοσύνης που θα αλλάξει τον κόσμο. Ο άλλος βλέπει μια μηχανή που μπορεί να ξέρει τα πάντα χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. Αλλά μήπως και οι δύο βλέπουν την AI μέσα από τον δικό τους ιδεολογικό καθρέφτη;
Η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη έχει πλέον ξεφύγει από τα εργαστήρια των μηχανικών. Έχει μετατραπεί σε μια μάχη αφηγήσεων για το μέλλον του ανθρώπου.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι βλέπουν στην AI την επόμενη μεγάλη τεχνολογική επανάσταση: Μηχανές που θα μαθαίνουν ταχύτερα, θα εργάζονται αδιάκοπα, θα επιλύουν προβλήματα που σήμερα ξεπερνούν τις ανθρώπινες δυνατότητες και, τελικά, θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τον ίδιο τον άνθρωπο.
Στην πρώτη γραμμή αυτής της αφήγησης βρίσκεται ο Έλον Μασκ.
Από την άλλη βρίσκεται ο Σλαβόι Ζίζεκ, ο οποίος αντιμετωπίζει το ζήτημα από τη σκοπιά της φιλοσοφίας και της ψυχανάλυσης και αμφισβητεί την ίδια την υπόθεση ότι η ικανότητα μιας μηχανής να παράγει γνώση σημαίνει ότι η μηχανή «σκέφτεται». Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού, και αυτό είναι ότι ούτε ο Μασκ ούτε ο Ζίζεκ μιλούν από ουδέτερο έδαφος.
Ο καθένας βλέπει την τεχνητή νοημοσύνη μέσα από τη δική του πνευματική και επαγγελματική θέση. Και ακριβώς γι’ αυτό η αντιπαράθεσή τους έχει ενδιαφέρον. Ίσως αποκαλύπτει περισσότερα για τις ιδέες των δύο ανδρών, παρά για το πραγματικό μέλλον της AI.
Ο Μασκ και η γοητεία της τεχνολογικής υπέρβασης
Ο Έλον Μασκ έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της δημόσιας εικόνας του γύρω από την ιδέα ότι τα τεχνολογικά όρια υπάρχουν για να ξεπερνιούνται. Ηλεκτρικά αυτοκίνητα, διαστημικές αποστολές, δορυφορικά δίκτυα, ανθρωποειδή ρομπότ και τώρα τεχνητή νοημοσύνη. Το κοινό νήμα είναι η πεποίθηση ότι η τεχνολογία δεν πρέπει απλώς να βελτιώνει το υπάρχον, αλλά να το ανατρέπει.
Μέσα σε αυτήν τη λογική εντάσσονται και οι προβλέψεις του για την AI. Ο Μασκ έχει υποστηρίξει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί μέσα στα επόμενα χρόνια να ξεπεράσει το άθροισμα της ανθρώπινης νοημοσύνης. Σε μια τέτοια προοπτική, η AI δεν θα είναι πλέον εργαλείο του ανθρώπου. Θα γίνει κάτι που υπερβαίνει τον ίδιο τον δημιουργό του.
Η εικόνα είναι εντυπωσιακή. Αλλά εδώ ακριβώς πρέπει να εμφανιστεί η δημοσιογραφική καχυποψία. Ο Μασκ δεν μιλά από την εξέδρα ενός αμέτοχου παρατηρητή. Είναι επιχειρηματίας και επενδυτής στην τεχνολογία και έχει άμεση σχέση με την ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων AI. Η οπτική του είναι αναπόφευκτα επηρεασμένη από τον κόσμο στον οποίο δρα. Έναν κόσμο όπου η τεχνολογική επιτάχυνση δεν είναι απλώς αντικείμενο μελέτης, αλλά επιχειρηματική πραγματικότητα.
Αυτό δεν ακυρώνει τις προβλέψεις του. Τις βάζει όμως σε πλαίσιο. Όταν ο Μασκ μιλά για έναν κόσμο όπου η AI θα αλλάξει τα πάντα, δεν περιγράφει μόνο έναν πιθανό κόσμο. Μιλά από την πλευρά ενός ανθρώπου που έχει επενδύσει τη δημόσια και επιχειρηματική του ταυτότητα στην πεποίθηση ότι η τεχνολογία μπορεί να σπάσει τα όρια του εφικτού. Η αισιοδοξία του, επομένως, δεν είναι ουδέτερη, είναι η αισιοδοξία του τεχνολογικού επιχειρηματία.
Η υπερνοημοσύνη ως τεχνολογική κοσμοθεωρία
Η λέξη «υπερνοημοσύνη» έχει τεράστια δύναμη επειδή συμπυκνώνει μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Αν η μηχανή γίνει εξυπνότερη από τον άνθρωπο, τότε η Ιστορία εισέρχεται σε μια νέα φάση. Ο άνθρωπος δεν θα είναι πλέον το ανώτατο γνωστικό σημείο αναφοράς. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Το γεγονός ότι μια μηχανή μπορεί να ξεπεράσει τον άνθρωπο σε συγκεκριμένες γνωστικές εργασίες δεν αποδεικνύει ότι θα διαθέτει την ανθρώπινη μορφή κατανόησης. Η πρόβλεψη απόδοσης μετατρέπεται πολύ εύκολα σε πρόβλεψη συνείδησης.
Και αυτό είναι ένα από τα σημεία όπου η ρητορική της τεχνολογικής υπέρβασης μπορεί να γίνει υπερβολική. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει εξαιρετικά ισχυρή χωρίς να γίνει «άνθρωπος». Μπορεί να είναι καλύτερη από εμάς χωρίς να είναι σαν εμάς.
Και ακριβώς εδώ εμφανίζεται ο Ζίζεκ.
Ο Ζίζεκ και η επίθεση στην ίδια την έννοια της «γνώσης»
Ο Σλαβόι Ζίζεκ δεν ενδιαφέρεται τόσο για το πόσα προβλήματα μπορεί να λύσει ένας υπολογιστής. Το ερώτημά του είναι πολύ πιο ενοχλητικό:
Ποιος είναι αυτός που γνωρίζει; Ο Ζίζεκ έχει περιγράψει την AI ως μορφή «γνώσης χωρίς γνώστη». Η φράση είναι χαρακτηριστική της προσέγγισής του: Η μηχανή μπορεί να παράγει γνώση χωρίς να υπάρχει ένα υποκείμενο που βιώνει αυτήν τη γνώση. Το AI μπορεί να γράψει για τον έρωτα χωρίς να ερωτευτεί. Να γράψει για τον θάνατο χωρίς να πεθάνει. Να μιλήσει για την απελπισία χωρίς να απελπιστεί. Να περιγράψει την επιθυμία χωρίς να επιθυμήσει. Για τον Ζίζεκ, αυτό δεν είναι μια μικρή λεπτομέρεια. Είναι το κεντρικό πρόβλημα. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη φιλοσοφική και ψυχαναλυτική παράδοση στην οποία κινείται, δεν είναι απλώς ένα ον που συλλέγει πληροφορίες. Είναι ένα ον που χαρακτηρίζεται από έλλειψη, αντίφαση, επιθυμία και αμφιβολία. Ο άνθρωπος δεν είναι τέλειος υπολογιστής. Είναι ένα πλάσμα που δεν ξέρει τι θέλει και, ακριβώς γι’ αυτό, συνεχίζει να ψάχνει.
Η AI δεν έχει αυτό το κενό και ο Ζίζεκ θεωρεί ότι αυτή ακριβώς η απουσία είναι το όριό της.
Και ο Ζίζεκ έχει τον δικό του καθρέφτη
Εδώ βρίσκεται η δεύτερη δημοσιογραφική παγίδα. Είναι εύκολο να παρουσιάσουμε τον Ζίζεκ ως τον «σοφό φιλόσοφο» που αποκαλύπτει την αυταπάτη των τεχνολόγων. Αλλά και αυτό θα ήταν μια μορφή μεροληψίας. Ο Ζίζεκ έχει και ο ίδιος ένα ισχυρό θεωρητικό φίλτρο. Βλέπει τον κόσμο μέσα από τον Χέγκελ, τον Μαρξ, τον Λακάν, την ψυχανάλυση και τη δική του ιδιαίτερη φιλοσοφική μέθοδο. Για εκείνον, η αντίφαση, η έλλειψη, η επιθυμία και η διχασμένη υποκειμενικότητα δεν είναι απλώς δευτερεύουσες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι στον πυρήνα της. Επομένως, όταν κοιτάζει την AI, είναι σχεδόν αναμενόμενο να ψάχνει ακριβώς γι’ αυτό που θεωρεί ότι κάνει άνθρωπο τον άνθρωπο: Την έλλειψη, την επιθυμία και την εσωτερική αντίφαση. Με άλλα λόγια, ο Ζίζεκ κινδυνεύει από το αντίστροφο σφάλμα του Μασκ. Ο Μασκ μπορεί να βλέπει παντού δυνατότητες επειδή σκέφτεται σαν τεχνολογικός επιταχυντής. Ενώ ο Ζίζεκ μπορεί να βλέπει παντού όρια επειδή σκέφτεται σαν φιλόσοφος του υποκειμένου. Ο ένας μπορεί να υπερεκτιμά τη μηχανή. Ο άλλος μπορεί να υπερεκτιμά την ιδιαιτερότητα του ανθρώπου. Και οι δύο, με διαφορετικό τρόπο, κινδυνεύουν να κάνουν την AI να λειτουργήσει ως καθρέφτης των δικών τους πεποιθήσεων.
Ο Μασκ λέει ότι «θα ξεπεράσει τον άνθρωπο». Ο Ζίζεκ ρωτά «ποιον άνθρωπο;».
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο της αντιπαράθεσης. Όταν ο Μασκ μιλά για μια νοημοσύνη που θα ξεπεράσει όλους τους ανθρώπους μαζί, χρησιμοποιεί έναν τρόπο μέτρησης που μοιάζει αυτονόητος: Περισσότερη γνώση, μεγαλύτερη ταχύτητα, καλύτερη επίλυση προβλημάτων, περισσότερη υπολογιστική ισχύς.
Αλλά ο Ζίζεκ θα μπορούσε να απαντήσει ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλώς το άθροισμα αυτών των ικανοτήτων. Ο άνθρωπος είναι επίσης η σχέση του με την άγνοια. Με το λάθος. Με την αποτυχία. Με την επιθυμία. Με τον φόβο του θανάτου. Με την ανάγκη να δώσει νόημα σε έναν κόσμο που δεν του προσφέρει έτοιμο νόημα.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο. Η AI μπορεί κάποτε να ξεπεράσει τον άνθρωπο σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε νοημοσύνη, χωρίς να ξεπεράσει τον άνθρωπο σε αυτό που ονομάζουμε ύπαρξη. Και αυτό είναι κάτι που ούτε οι εντυπωσιακές επιδόσεις των μοντέλων ούτε οι μεγάλες τεχνολογικές προβλέψεις μπορούν ακόμη να λύσουν.
Η πραγματική σύγκρουση βρίσκεται αλλού
Τελικά, η αντιπαράθεση Μασκ και Ζίζεκ δεν είναι απλώς μια διαμάχη ανάμεσα σε έναν τεχνολόγο και έναν φιλόσοφο, είναι η σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον άνθρωπο.
Ο Μασκ ξεκινά από την παραδοχή ότι τα όρια είναι προσωρινά και η τεχνολογία μπορεί να τα καταργήσει. Ο Ζίζεκ ξεκινά από την αντίθετη ιδέα: Ότι ορισμένα ανθρώπινα χαρακτηριστικά δεν είναι τεχνικές αδυναμίες που περιμένουν να διορθωθούν, αλλά συστατικά της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ένας κοιτάζει το μέλλον και βλέπει μια μηχανή που μπορεί να γίνει ισχυρότερη από τον δημιουργό της. Ο άλλος κοιτάζει την ίδια μηχανή και βλέπει ένα σύστημα που μπορεί να ξέρει χωρίς να γνωρίζει ότι ξέρει.
Και ίσως η αλήθεια να βρίσκεται σε ένα σημείο που δεν βολεύει κανέναν από τους δύο. Η AI μπορεί πράγματι να μεταμορφώσει την κοινωνία πολύ περισσότερο απ’ όσο μπορούμε σήμερα να προβλέψουμε. Μπορεί να καταστήσει ξεπερασμένες ορισμένες ανθρώπινες δεξιότητες και να δημιουργήσει νέες μορφές παραγωγής, επιστήμης και δημιουργίας. Αλλά από αυτό δεν προκύπτει αυτομάτως ότι θα αποκτήσει συνείδηση.
Όπως επίσης το γεγονός ότι μια μηχανή δεν βιώνει την ανθρώπινη ύπαρξη δεν σημαίνει ότι είναι «χαζή» ή ασήμαντη.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική πρόκληση. Ο Μασκ μπορεί να υπερβάλλει για το πόσο γρήγορα η μηχανή θα ξεπεράσει τον άνθρωπο. Ο Ζίζεκ μπορεί να υπερβάλλει για το πόσο λίγο σημασία έχει η μηχανική νοημοσύνη. Ο ένας κινδυνεύει να υποτιμήσει το ανθρώπινο υποκείμενο. Ο άλλος κινδυνεύει να υποτιμήσει τη δύναμη της μηχανής. Και οι δύο, τελικά, μας αναγκάζουν να αντιμετωπίσουμε το ίδιο ερώτημα:
Αν κάποια μέρα δημιουργήσουμε μια μηχανή που θα γνωρίζει περισσότερα από όλους μας, θα έχουμε δημιουργήσει έναν νέο τύπο ανθρώπου ή κάτι εντελώς διαφορετικό από τον άνθρωπο; Ίσως η απάντηση να είναι το σημαντικότερο φιλοσοφικό και τεχνολογικό ερώτημα του 21ου αιώνα.
*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».