
Αμετακίνητη στους στόχους της η Τουρκική στρατηγική στο Κυπριακό

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Η επανάληψη των προσπαθειών για αναζήτηση λύσεως του Κυπριακού, μέσα από το γνωστό σχήμα της Πενταμερούς Διασκέψεως συν ένα, υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέως των Ηνωμένων Εθνών, επαναφέρει μια διπλωματική κινητικότητα στο Κυπριακό και δίνει την ευκαιρία να προβάλλεται η ελπίδα ότι, επιτέλους, κάτι μπορεί να γίνει αυτήν τη φορά.
Η προσμονή και η προσδοκία όλων είναι να υπάρξει, πράγματι, μια αμυδρή έστω ελπίδα ότι η Κύπρος θα μπορέσει να αποσείσει από την κατεχόμενη Κύπρο την Τουρκική κατοχή και ενωμένη να μπορέσει να ζήσει ως ένα φυσιολογικό, δημοκρατικό κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με κατοχυρωμένα τα δικαιώματα όλων, χωρίς καμιά διάκριση, με κοινό παρονομαστή το Ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Η προοπτική, όμως, αυτή δεν είναι καθόλου η ιδέα με την οποία αντιμετωπίζει η Άγκυρα την Κύπρο. Η δική της ιδέα είναι αυτή που εμπνέει την όλη Ισλαμική πολιτική της, που επιδιώκει τη μεγάλη Τουρκία και την αυτοκρατορία, όπως πριν. Στο πλαίσιο αυτό, επιτρέπονται ελιγμοί και κινήσεις τακτικής, για να επιρρίπτεται η ευθύνη του αδιεξόδου στην άλλη πλευρά, αλλά καμία παρέκκλιση από τον στρατηγικό στόχο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο στόχος είναι η επιβολή και η αναγνώριση των τετελεσμένων γεγονότων της κατοχής, υπό τη μορφή είτε δύο χωριστών κρατών, που θα συναποτελούν μια απροκάλυπτη συνομοσπονδία, είτε δύο ισοτίμων, χωριστών μερών, που θα συνενωθούν σε μια υποτιθέμενη ομοσπονδία, που θα είναι όμως, στην πραγματικότητα, συνομοσπονδία μέσα από τις αρμοδιότητες και τις συνταγματικές ρυθμίσεις που θα συμφωνηθούν και τη διεκδικούμενη «ίση» κυριαρχία.
Το δεύτερο ενδεχόμενο αντιπροσωπεύει για την Τουρκική πλευρά μια πιο ευέλικτη διπλωματική τακτική, γιατί δεν την εκθέτει στην κριτική ότι θέλει να μετατρέψει την κατεχόμενη Κύπρο σε ανεξάρτητο κράτος. Ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, πηγαίνοντας πέρα από το Τουρκο-βρετανικό εφεύρημα της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, προχώρησε, εδώ και αρκετό καιρό, σε μια νέα, πιο προωθημένη θέση για λύση δύο κρατών. Με το σύνθημα αυτό, είχε παρέμβει και στις «Προεδρικές εκλογές» του ψευδοκράτους και είχε υποστηρίξει ως νέο Πρόεδρο τον Ερσίν Τατάρ.
Οι Τουρκοκύπριοι δυσφορούν στο πλαίσιο της μεγάλης πολιτικής της Άγκυρας. Κατά πρώτο λόγο, δεν συμμερίζονται με ενθουσιασμό τα Ισλαμιστικά χαρακτηριστικά της πολιτικής της, όπως, π.χ., η μαντήλα και η πιο έντονη θρησκευτική εκπαίδευση. Κατά δεύτερο λόγο, βλέπουν να αφανίζονται ως Τουρκοκυπριακή κοινότητα από την πλημμυρίδα των εποίκων, που αποτελούν ήδη πλειοψηφία στα κατεχόμενα και φέρνουν τα δικά τους χαρακτηριστικά και τον δικό τους τρόπο ζωής.
Η δυσφορία αυτή των Τουρκοκυπρίων εκδηλώθηκε προσφάτως και με την πανηγυρική εκλογή του Τουρκοκυπρίου ηγέτη Ερχιουρμάν, που ήταν ο αντίπαλος του Ερσίν Τατάρ. Η πολιτική διαφορά μεταξύ τους εκδηλώθηκε κυρίως με την υποστήριξη από τον Ερχιουρμάν της ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα, σε αντίθεση με τον Τατάρ, που υποστήριζε τα δύο κράτη.
Υπήρξε πραγματικά μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο Τουρκοκυπρίων ηγετών και ποια είναι η θέση της Άγκυρας; Το ερώτημα είναι σημαντικό γιατί από αυτό εξαρτάται οποιαδήποτε ελπίδα για πρόοδο στις συνομιλίες στο Κυπριακό και για μια ενδεχόμενη λύση που θα ήταν βιώσιμη και αποδεκτή από την Ελληνική πλευρά. Οι πολιτικές διαφορές μεταξύ των δύο Τουρκοκυπρίων ηγετών είναι πραγματικές. Δεν αφορούν όμως το κύριο σώμα του προβλήματος, που, για την Ελληνική πλευρά είναι η Τουρκική κατοχή. Για το θέμα αυτό, οι Τουρκοκύπριοι ηγέτες παραπέμπουν στην Άγκυρα και στον Τουρκικό στρατό. Αντιθέτως, διεκδικούν «ίσο» καθεστώς με την Ελληνική πλευρά, με το επιχείρημα ότι οι Τουρκοκύπριοι υπήρξαν «συνιδρυτές» της Κυπριακής Δημοκρατίας. Λησμονούν όμως ότι δεν είναι οι Ελληνοκύπριοι που τους έδιωξαν από το κοινό κράτος των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου. Έφυγαν μόνοι τους, το 1963, επιχειρώντας, βάσει σχεδίου, να δημιουργήσουν το δικό τους, χωριστό κράτος.
Η κατάσταση αυτή «ολοκληρώθηκε», κατ’ αυτούς, με την Τουρκική εισβολή του 1974 και την ανακήρυξη του ψευδοκράτους το 1983. Όταν, λοιπόν, οι Τουρκοκύπριοι ηγέτες κάνουν λόγο για απόδοση των δικαιωμάτων τους, με βάση τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου του 1960, δεν εννοούν επιστροφή στο σύνταγμα του 1960. Διεκδικούν ένα νέο «κοινό» κράτος, στο οποίο θα ενταχθεί ως «ίσο» Τουρκικό μέρος η κατεχόμενη Κύπρος και στο οποίο η Τουρκική πλευρά θα συμμετέχει ταυτόχρονα, κατά 50%, στο συνομοσπονδιακό κράτος. Θα έχει δηλαδή λόγο, πέραν της κατεχόμενης Κύπρου, και στη σημερινή ελεύθερη Κύπρο. Η αναλογία, μάλιστα, του 50% που διεκδικεί, ως ισότιμο μέρος, θα τη μετέτρεπε σε κυβερνώσα μειοψηφία και σε εντολοδόχο της Άγκυρας για τον στρατηγικό και γεωπολιτικό έλεγχο της Κύπρου. Πράγματι, με την ιδιότητα του «ισότιμου» συνεταίρου, δεν θα ήταν δυνατό να λαμβάνεται καμία απόφαση από την υποτιθέμενη ομοσπονδία, χωρίς τη συναίνεση και την έγκριση της Τουρκικής πλευράς. Αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος του φιάσκου και της στρατηγικής ήττας που θα αποτελούσε μια τέτοια «λύση» για την Ελληνική πλευρά.
Μετά τις «εκλογές» στα κατεχόμενα, ο Ερχιουρμάν επισκέφθηκε την Άγκυρα για συνομιλίες με την Τουρκική ηγεσία και για συντονισμό πολιτικής. Γρήγορα οι τόνοι έπεσαν για την άσκηση μιας πολιτικής που θα απομακρυνόταν από τη γραμμή της Άγκυρας για δύο κράτη. Ο Ερχιουρμάν εξουσιοδοτήθηκε, όμως, να μιλά μια πιο ευέλικτη γλώσσα, εν όψει της συναντήσεώς του με τον Κύπριο Πρόεδρο Χριστοδουλίδη για την επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών και της φόρμουλας μιας Πενταμερούς συν ένα.
Στη συνάντησή του με τον Νίκο Χριστοδουλίδη, ο Ερχιουρμάν απέφυγε, πράγματι, να θέσει θέμα δύο κρατών, ως προϋπόθεση για την επανέναρξη νέων συνομιλιών. Έθεσε, όμως, θέμα «ισότητας», με την έννοια που την πρότεινε η Τουρκική πλευρά κατά την τελευταία Πενταμερή στο Κραν Μοντανά, το 2017. Η έννοια, δηλαδή, της ισότητας των δύο μερών να αφορά όλα τα θέματα και να περιλαμβάνει και την εκ περιτροπής Προεδρία, με μόνη διαφορά η Ελληνική πλευρά να ασκεί την Προεδρία για δύο θητείες και η Τουρκική για μία (2:1).
Σημειώνεται σχετικά ότι κατά την Πενταμερή του Κραν Μοντανά η Τουρκική πλευρά είχε ζητήσει «την πολιτική ισότητα», περιλαμβανομένης της εκ περιτροπής Προεδρίας, ως αντάλλαγμα για τη φημολογούμενη Τουρκική υποχώρηση στα θέματα των εγγυήσεων και της Τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας και μετά τη λύση. Ο τότε Κύπριος Πρόεδρος προέβη στην παραχώρηση αυτή έναντι, υποτίθεται, του «ανταλλάγματος», για το οποίο τον είχαν διαβεβαιώσει παρασκηνιακά, μέσω του εκπροσώπου του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Άιντα. Ο τελευταίος διαδραμάτισε έναν πολύ ύποπτο ρόλο για τη διπλωματική παγίδευση και εξαπάτηση του Κυπρίου Προέδρου, με τη συνδρομή των Βρετανών.
Το περίεργο και εντελώς απαράδεκτο σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στην Πενταμερή του Κραν Μοντανά είναι η συγχορδία καταγγελιών που ακολούθησε κατά του Νίκου Αναστασιάδη, ότι δήθεν αυτός ευθύνεται για το ότι δεν κατέληξε θετικά η Διάσκεψη και ότι ναυάγησε. Στην εκστρατεία καταγγελιών πήραν μέρος οι ηγεσίες των δύο μεγάλων κομμάτων, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, που πρωτοστατούν στη ρητορική για «λύση» του Κυπριακού.
Η δημοσίευση των πρακτικών της Πενταμερούς, που τήρησαν τα Ηνωμένα Έθνη, και οι διαψεύσεις των Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών πρωταγωνιστών της Διασκέψεως και του Ελληνοκύπριου επίσημου Συνομιλητή έριξαν άπλετο φως και δεν άφησαν καμία αμφιβολία για το τι ακριβώς έγινε και για τις ευθύνες της Τουρκικής πλευράς. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Τσαβούσογλου, αφού άφησε να διακινείται η ψευδής βεβαίωση της δήθεν υποχωρήσεως της Τουρκικής πλευράς στο θέμα των εγγυήσεων και στο θέμα της διεκδικούμενης αιώνιας Τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας, για να αποσπάσει Ελληνικές υποχωρήσεις στο θέμα της λεγόμενης «ισότητας», ανέκρουσε πρύμναν και διέψευσε ρητά ένα τέτοιο ενδεχόμενο όταν ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών κάλεσε όλα τα μέρη γύρω από το τραπέζι να επικυρώσουν τις θέσεις τους.
Η εμμονή, παρ’ όλ’ αυτά, ορισμένων κομμάτων και πολιτικών παραγόντων στις υποτιθέμενες ευθύνες της Ελληνικής πλευράς, και προσωπικά του απελθόντος Προέδρου Αναστασιάδη, δείχνει, σαφώς, μια δυσάρεστη και προβληματική κατάσταση που υπάρχει στους κόλπους της Ελληνικής πλευράς, ως αποτέλεσμα μιας κακώς νοούμενης πολιτικής προσεγγίσεως των Τουρκοκυπρίων αλλά και Βρετανικών ραδιουργιών, που διαδραματίζουν ακόμη, δυστυχώς, σημαντικό ρόλο στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα της Ελληνικής πλευράς.
Η ηγεσία του ΔΗΣΥ, εν όψει και των επερχόμενων εκλογών του Μαΐου του 2026, αναδιπλώθηκε και δεν επιρρίπτει πλέον ευθύνες στην Ελληνική πλευρά. Η ηγεσία όμως του ΑΚΕΛ παραμένει στις ίδιες θέσεις. Ορισμένα, μάλιστα, στελέχη του φτάνουν στο σημείο να υποστηρίζουν ότι είχαν δοθεί δήθεν στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Γκουτιέρες «έγγραφα» για τη μετακίνηση της Τουρκικής πλευράς στα δύο κρίσιμα θέματα στα οποία έγινε αναφορά.
Με αφορμή το επεισόδιο της Πενταμερούς του Κραν Μοντανά, προβληματίζει γενικότερα η ενδοτική πολιτική του ΑΚΕΛ, η οποία, με πρόσχημα τους Τουρκοκυπρίους, τείνει να παραγράψει την κατοχή και, υπό την προϋπόθεση κάποιων μικρών αλλαγών στο εδαφικό, να αναγνωρίσει την κατεχόμενη Κύπρο ως επικράτεια των Τουρκοκυπρίων και ως συνιστών Τουρκοκυπριακό «κράτος».
Η τάση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις διαφαινόμενες αλλαγές στο στρατηγικό τοπίο της περιοχής, που εκφράζεται, μεταξύ άλλων, από την έντονη ρήξη στις σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ και στη βελτίωση, αντιθέτως, των σχέσεων του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι σχέσεις αυτές προσλαμβάνουν και χαρακτήρα στρατιωτικής συνεργασίας, γεγονός που ανησυχεί ιδιαίτερα την Άγκυρα, λόγω και της γνωστής θέσεως και επιρροής που έχει το Ισραήλ στους Αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς για την περιοχή.
Η νέα αυτή κατάσταση διανοίγει νέες προοπτικές για την επανατοποθέτηση του Κυπριακού ως προβλήματος εισβολής και κατοχής και για τη διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής απελευθερωτικής στρατηγικής.
Η Άγκυρα θέλει, επομένως, να προλάβει την εξέλιξη αυτού του νέου παράγοντα και, αν είναι δυνατόν, να τον αποτρέψει. Βλέπει σ’ αυτόν μια απειλή στα σχέδιά της τόσο στην Κύπρο όσο και στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται να προβεί σε τακτικούς ελιγμούς για να ενισχύσει τις δυνάμεις της γνωστής κατευναστικής πολιτικής στην Ελλάδα και στην Κύπρο.
Η Ελληνική πλευρά δεν πρέπει να αντιμετωπίσει με αφέλεια και ευπιστία τους ελιγμούς αυτούς. Θα πρέπει να συνεχίσει απερίσπαστη την αμυντική της ενίσχυση και να παραμείνει αμετακίνητη σε θέσεις που εγγυώνται τα νόμιμα και ζωτικά της συμφέροντα τόσο στην Κύπρο όσο και στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.