
Η αγροτική γη, η συμφωνία Mercosur και το νέο project της φτωχοποίησης σε Ελλάδα και Ευρώπη – Του Ν. Στραβελάκη
–Μια διαφορετική οπτική για τις αγροτικές κινητοποιήσεις
Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη συνεχίζονται εδώ και έναν τουλάχιστον μήνα. Η εκστρατεία παραπληροφόρησης της κυβέρνησης, ότι δήθεν οι κινητοποιήσεις αφορούν θέματα γραφειοκρατικής διευθέτησης, που θα λυθούν σύντομα, έχει καταρρεύσει. Μετά από ένα σύντομο πέρασμα στη φιλολογία της «ελεύθερης διέλευσης των πολιτών» και της άρνησης του κ. Μητσοτάκη να συναντήσει τους αγρότες διότι «δεν έχουν συντονιστικό όργανο» περάσαμε στην ανοιχτή λασπολογία. Η κυβέρνηση και η υποτίθεται ανεξάρτητη ΑΑΔΕ διαρρέουν στον ανεξάρτητο Τύπο και στα social media στοιχεία των οφειλών των αγροτών που βρίσκονται στα μπλόκα. Προσπαθούν έτσι να τους απαξιώσουν στην κοινή γνώμη και παράλληλα τους απειλούν ότι θα έχουν μπλεξίματα.
Το ερώτημα είναι γιατί η κυβέρνηση καταφεύγει σε αυτές τις χυδαίες μεθόδους; Ένα λόγος είναι σίγουρα ο πανικός που μονίμως τη διακατέχει, όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με τη λαϊκή οργή. Όμως, υπάρχει και κάτι γενικότερο σε αυτήν την αντιπαράθεση, που έχει διαφύγει την προσοχή. Είναι, κατά τη γνώμη μου, μια γενικότερη αναδιάρθρωση του πρωτογενούς τομέα, που επιχειρείται στο επίπεδο της ΕΕ. Αυτή αφορά κυρίως την κατάργηση των οικογενειακών καλλιεργειών και τη συγκέντρωση των γαιών σε αμιγώς καπιταλιστικές εκμεταλλεύσεις. Ο πρώτος στόχος είναι η επέκταση της μισθωτής εργασίας και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στον πρωτογενή τομέα, έναν από τους λίγους τομείς της οικονομίας όπου δεν έχουν διεισδύσει πλήρως οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.
Υπάρχει, όμως, και ένας δεύτερος στόχος, ο οποίος αφορά την προσέγγιση της ΕΕ με την ομάδα Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη και Παραγουάη). Οι χώρες της Mercosur είναι εξαγωγείς αγροτικών προϊόντων, το 91% των οποίων υπόκειται σε δασμούς εισαγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τελευταία, η Γαλλία πρωτοστατεί στη δημιουργία ζώνης ελεύθερου εμπορίου με τις χώρες της Mercosur, αποβλέποντας κυρίως στην εξαγωγή βιομηχανικών προϊόντων στις χώρες αυτές, μετά την απώλεια των αγορών της Ρωσίας, ίσως και της Κίνας. Η συμφωνία, όπως είναι αναμενόμενο, έχει συναντήσει σημαντικές αντιδράσεις εντός της ΕΕ. Αυτές δεν περιορίζονται στον αγροτικό κόσμο, αφού αρκετά περιβαλλοντολογικά group αμφισβητούν ότι τα εξαγόμενα αγροτικά προϊόντα από τη Λατινική Αμερική πληρούν τους όρους της συμφωνίας των Παρισίων. Κοντολογίς, τίθεται το ζήτημα του κατά πόσο η δημιουργία της συγκεκριμένης ζώνης ελευθέρου εμπορίου θα οδηγήσει στον εκτοπισμό των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού.
Για τις χώρες του πυρήνα της ΕΕ, τα παραπάνω μπορούν να θεωρηθούν και σαν μια μορφή καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η λογική είναι ότι δίνουν διέξοδο στην ιδιαίτερα στριμωγμένη τόσο οικονομικά όσο και γεωπολιτικά Ευρωζώνη. Είναι αμφίβολο, όμως, ότι έχουν την ίδια σημασία και για την Ελλάδα. Η τρέχουσα αγροτική παραγωγή έχει περιοριστεί στο 4% του ΑΕΠ, οπότε, η ενσωμάτωσή της σε καπιταλιστικές εκμεταλλεύσεις λίγα πράγματα θα έχει να προσφέρει στην ανάταξη της οικονομίας με καπιταλιστικούς όρους. Το πιθανότερο είναι ότι η κυβέρνηση, οι πολιτικοί της φίλοι και οικονομικοί απολογητές, όπως ο κ. Πισσαρίδης, τη βλέπουν ως έναν τρόπο να βάλουν χέρι στα αδιάθετα κεφάλαια του «Ελλάδα 2.0». Αυτό εξηγεί την επίθεση λάσπης στους αγρότες που κινητοποιούνται.
Για τους αγρότες, όμως, και κατ’ επέκταση για το κοινωνικό σύνολο στην Ελλάδα, υπάρχει σημαντικό έδαφος παρέμβασης σε αυτές τις συνθήκες. Πέρα από την καταβολή των ενισχύσεων, τα μπλόκα πρέπει να απαιτήσουν τα κεφάλαια του «Ελλάδα 2.0» να διατεθούν για την ιδιοπαραγωγή και ιδιοκατανάλωση πράσινης ενέργειας από αγροτικές κοινότητες. Πρόκειται για μια επένδυση που θα ενισχύσει την παραγωγή, μειώνοντας το κόστος, και παράλληλα θα περιορίσει τις τιμές στο ράφι, ανακουφίζοντας το λαϊκό νοικοκυριό. Ένα αίτημα αυτής της μορφής θα φέρει τους αγρότες δίπλα στην κοινωνία και θα αναδείξει εναλλακτικούς δρόμους οικονομικής μεγέθυνσης, σε αντιπαράθεση με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές.