
2026: Το τέλος μιας αρχής – Του Ν. Γ. Χαριτάκη

Υπό
Ν. Γ. ΧΑΡΙΤΑΚΗ
Πρώην Επίκουρου Καθηγητή Οικονομικών του ΕΚΠΑ
[email protected]
Ήταν το μακρινό 2009, όταν η παγκόσμια κρίση, σε συνάρτηση με την εμπιστοσύνη του ελληνικού πολιτικού συστήματος στην ικανότητά του να διαχειρίζεται κρίσεις, οδήγησε τη χώρα σε χρηματοπιστωτικό θάνατο. Το κράτος βρέθηκε σε αδυναμία πληρωμών και μαζί μ’ αυτό το σύνολο του οικονομικού οικοδομήματος. Δεν υπάρχει ιδιωτική οικονομία όταν δεν υπάρχει αξιόπιστο κράτος.
Αξιοποιώντας την ιστορική μνήμη και τη γνώση των πολιτικοοικονομικών δεδομένων, ας προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τον σημερινό τίτλο. Γιατί η χρονιά που θα ζήσουμε αποτελεί το τέλος μιας αρχής που έγινε το 2009.
Σήμερα η εκτίμηση των αιτίων της χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι πλέον ξεκάθαρη. Η αδυναμία πληρωμών του πλέον αξιόπιστου οφειλέτη, το Ελληνικού Δημοσίου, οδήγησε σε ταχύτατη συρρίκνωση της πραγματικής οικονομίας και πτώση της φερεγγυότητας του οικονομικού συστήματος. Η δυναμική της οικονομίας στο σύστημα σταθερού νομίσματος έθεσε σε κίνδυνο τη συνολική ανθεκτικότητα. Το διάχυτο ερώτημα στα οικονομικά φόρουμ ήταν: «Αντέχει η ελληνική οικονομία να βγει από το αδιέξοδο ή η δυναμική της οικονομίας θα την οδηγήσει σε συνεχή και αδιάλειπτη συρρίκνωση;».
Στα νεοελληνικά ο φόβος ήταν αν η Ελλάδα, ως στραβή, θα είχε πάρει τον κατήφορο.
Για τον μη μυημένο, το ζητούμενο από την οικονομία, προκειμένου να μην οδηγηθεί σε κατήφορο, ήταν να επιδείξει σημεία ανθεκτικότητας. Και μάλιστα πριν περάσει με την πτώση της το κατώφλι χωρίς επιστροφή. Για να συμβεί αυτό, απαιτείται όχι μόνο σωτηρία του δημόσιου τομέα αλλά και ταχεία αντίδραση του ιδιωτικού. Την ανάδραση στην πληγωμένη οικονομία τη δημιουργεί ο ιδιωτικός τομέας, με την κατανάλωση και τις επενδύσεις.
Η οικονομία ισορρόπησε στη μηδενική ανάπτυξη, με τον ιδιωτικό τομέα να προσπαθεί να επιβιώσει. Το 30% του παραγωγικού δυναμικού βρέθηκε να σέρνεται υποτιμημένο και αδύναμο. Ουσιαστικά, βρέθηκε σε υπερχρέωση και πτώχευση. Ολόκληροι τομείς της οικονομίας, όπως εμπόριο, κατασκευές, πλήττονται από ανεργία, ζημίες και αδυναμία χρηματοδότησης. Οι κανόνες που εισάγονται κατ’ απαίτηση των κοινοτικών εταίρων κάνουν ακόμη δυσκολότερη την οικονομική ζωή, καθώς έρχονται σε σύγκρουση με προκαταλήψεις και κατεστημένες αντιλήψεις. Η δημόσια και η τραπεζική γραφειοκρατία αντιδρούν σε ό,τι νέο και διαφορετικό. Είμαστε σε ένα άλλο θεσμικό περιβάλλον, αλλά δεν θέλουμε να προσαρμοστούμε.
Η περίοδος 2012 – 2019 θεωρείται περίοδος προσαρμογής ή θεώρηση ότι εμείς γνωρίζουμε καλύτερα από τους άλλους; Μια μακρόχρονη αντιπαλότητα μεταξύ του πώς μπορούμε να βγούμε από την κρίση χωρίς να αποδεχτούμε ότι η έξοδος και η αποφυγή του κατωφλιού χωρίς επιστροφή απαιτεί αλλαγή, απαιτεί μεταρρυθμίσεις, απαιτεί άλλη διοικητική γενιά. Ευτυχώς, τουλάχιστον, η στασιμότητα δεν δημιουργεί ούτε αισιοδοξία ούτε και πανικό.
Ας συγκρίνουμε την αντίδραση της οικονομίας στην κρίση με αυτήν της περιόδου της Covid-19, όταν η πτώση του ΑΕΠ κατά 8% σε έναν χρόνο ανέκαμψε με αύξηση 9%. Η ανθεκτικότητα της οικονομίας το 2021 επιβεβαίωσε ότι η οικονομική πολιτική της πρώτης περιόδου ήταν τουλάχιστον λάθος. Δεν μπορεί η ίδια οικονομία, σε αντίθεση με τον εαυτό της ή με τις άλλες του Νότου, να αντιδρά τελείως διαφορετικά τη μία περίοδο σε σχέση την άλλη, χωρίς να δεχτούμε ότι η άσκηση της οικονομικής πολιτικής της περιόδου 2012 – 2019 ήταν λάθος.
Προσωπική μου θέση είναι ότι ούτε το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας δεν ήταν ικανό να αντιληφθεί την κρίση και να επιλέξει μεταξύ ανάληψης ευθυνών και διεύρυνσης της πιστωτικής του βάσης ούτε το υπουργείο Οικονομικών μπόρεσε άμεσα και ταχύτατα να αποδεσμευτεί από τη φορολογική, γραφειοκρατική λογική. Όταν ακόμη και σήμερα η δημόσια διοίκηση αδιαφορεί, χωρίς πέναλτι, για τις αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, ας προβληματιστούμε γιατί η οικονομία σύρθηκε στη στασιμότητα για μία επταετία. Και όσοι αποδίδουν την αλλαγή πλεύσης στο πρόγραμμα ανασυγκρότησης κάνουν λάθος.
Δυνατότητες ανάκαμψης και χρηματοδότησης υπήρχαν και το 2012. Η καταθετική βάση ήταν ικανή να στηρίξει την ανάκαμψη. Το θεσμικό πλαίσιο μάς είχε προταθεί. Απλά, το εσωτερικό τραπεζικό σύστημα όφειλε να αναλάβει τις ευθύνες του για την εκτός λογικής πιστωτική επέκταση του ιδιωτικού τομέα. Έπρεπε να αποδεχτεί τις δικές του ευθύνες, μεταφέροντας το κόστος στους μετόχους και στα στελέχη του. Το Ελληνικό Δημόσιο έπρεπε να αναλάβει το πολιτικό κόστος και να γίνει αυστηρό στην εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας. Όφειλε να κάνει πλεονάσματα, περιορίζοντας τη φοροδιαφυγή. Δεν είναι δυνατόν, μετά από μια μακρόχρονη στασιμότητα, ακόμη και σήμερα να συζητάμε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, για τις ευθύνες των συνεταιριστών και των κομματαρχών και για την κάκιστη διαχείριση του αγροτικού τομέα.
Ας αφήσουμε, όμως, την απάντηση στον ιστορικό του μέλλοντος. Σήμερα, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να δούμε πώς μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν από την ένταξη της νομιμότητας στο ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Η οικονομία είναι ξεκάθαρο ότι έχει αλλάξει πίστα. Ανεξάρτητα από το ότι φέτος ολοκληρώνεται το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, η οικονομία έχει προσδιορίσει την πορεία της. Υπηρεσίες, ενέργεια και πρωτογενής τομέας. Με τον όρο υπηρεσίες αναφερόμαστε στη ναυτιλία, στον τουρισμό, στη διαχείριση δικτύων και στις κατασκευές – υποδομές. Από τη στιγμή που μεγάλα επενδυτικά projects ιδιωτικοποιούνται σε όλους τους κλάδους των υπηρεσιών και των δικτύων, τα ιδιωτικά κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν τις συγκεκριμένες επενδύσεις υπάρχουν σε αφθονία. Δεν είναι τυχαίο ότι, τη χρονιά που πέρασε, μια ιδιωτική εταιρεία αγόρασε δημόσια περιουσία προσφέροντας 4,7 δισ. Με το σημερινό επίπεδο των επιτοκίων, η απόδοση των ιδιωτικών κεφαλαίων καλύπτεται άνετα από τις αποδόσεις της διαχείρισης.
Για τους περισσότερους μελετητές, οι πρόσφατες εξελίξεις στον τουρισμό δεν είναι περιστασιακές. Και ακόμη δεν έχουμε αξιοποιήσει τεράστιες –για τα δεδομένα της χώρας– αγορές, με πρώτη την Ινδία. Αρκεί να αντιληφθούμε ότι οφείλουμε να διατηρήσουμε και να συνεχίσουμε να βελτιώνουμε το ποιοτικό μας προϊόν. Στα δίκτυα, οι επενδύσεις που θα πραγματοποιηθούν είναι τεράστιες και δεν απαιτούν δημόσιους πόρους. Οι μεγάλες κατασκευαστικές έχουν αποκτήσει και την τεχνική και τη χρηματοπιστωτική αξιοπιστία για να πραγματοποιήσουν επενδύσεις αλλά και για να δημιουργήσουν κεφαλαιακή βάση για εξαγωγή της τεχνογνωσίας μας στο εξωτερικό.
Ο αγροτικός τομέας αποτελεί την αιχμή της μεγαλύτερης μεταρρύθμισης που θα ζήσουμε τη φετινή χρονιά. Αν δεν υποταχθούμε στον προβληματισμό του πολιτικού κόστους και προχωρήσουμε με συνέπεια αλλά και με λογική στην αναδιάρθρωση των χρεών των ιδιοκτησιών και του συμβουλευτικού έργου της γεωργικής παραγωγής, θα δούμε πραγματικά θαύματα από τη γεωργία. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλη εμπορική αλυσίδα supermarket προχώρησε σε μεταποίηση αγροτικών προϊόντων και εξαγωγή τους προς όφελός της.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έλλειψη μικρομεσαίου επιχειρηματικού πνεύματος. Η παλιά ομάδα επιχειρηματιών βρίσκεται σε αδράνεια και σε κάποιον βαθμό είναι απογοητευμένη. Οι νέοι έχουν γνωρίσει από τη σκληρή πλευρά τη συμπεριφορά του συστήματος στην έννοια κέρδος και επιχειρηματικός κίνδυνος και απέχουν. Όσοι είχαν δυνατότητες έφυγαν και ανέλαβαν διευθυντικές θέσεις σε χώρες που και η αμοιβή και οι ευκαιρίες δεν καταδικάζονται ανεπανόρθωτα. Ενώ κλείσαμε με την ΑΑΔΕ το κενό του ΦΠΑ, δεν έχουμε ακόμη αντιληφθεί πόσο μεγάλο είναι το κενό στο επιχειρείν. Ας ελπίσουμε ότι η αρχή θα γίνει με την παρέμβαση στον αγροτικό τομέα.
Η οικονομία, όπως φαίνεται τη χρονιά που μας πέρασε, θεμελίωσε όλες τις προϋποθέσεις, ώστε να της αναγνωρίσουμε την έξοδό της από τη μακρόχρονη χαμένη επταετία. Απέδειξε ότι έχει και ανθεκτικότητα και ταχύτατη προσαρμογή στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους. Το 2026 μπορούμε να αισιοδοξούμε για μια νέα αρχή.