Υπάρχει οικονομική σκέψη στην Ελλάδα; – Του Ν. Στραβελάκη

Υπάρχει οικονομική σκέψη στην Ελλάδα; – Του Ν. Στραβελάκη

–Μια διαφορετική οπτική στην ελληνική ιδιαιτερότητα, με αφορμή ένα βιβλίο


Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών


Κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά το βιβλίο του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου «Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης στη Σύγχρονη Ελλάδα» (Εκδόσεις Ευρασία). Το βιβλίο είναι προϊόν μιας μεγάλης και ενδελεχούς έρευνας για τις διαφορετικές σχολές οικονομικής σκέψης που κυριάρχησαν ακαδημαϊκά και επηρέασαν το πολιτικό γίγνεσθαι στη διάρκεια της ιστορίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Με άλλα λόγια, το βιβλίο παρουσιάζει την ιστορία των ιδεών σε συνδυασμό με τα γεγονότα και τις προκλήσεις της εποχής στην οποία διατυπώθηκαν.

Με αφορμή το βιβλίο, στη συνέχεια θα ισχυρισθώ ότι υπάρχει οικονομική σκέψη στην Ελλάδα, παρόλο που στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αφορά αναλύσεις και προτάσεις πολιτικής που είναι ευθεία απόρροια σχολών σκέψης που ήταν ήδη διαμορφωμένες στο εξωτερικό. Όμως, παρά την επιστημονική εξάρτηση που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομική σκέψη, η ιδιαιτερότητα του ελληνικού καπιταλισμού προσδίδει πρωτοτυπία στις προτάσεις που διατυπώνει.

Χαρακτηριστικά, ο Ιωάννης-Αλέξανδρος Σούτσος ήταν ο πρώτος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας ή «πλουτολογίας», όπως την ονόμαζε, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είχε σπουδάσει στην Ελβετία και ήταν έντονα επηρεασμένος από τον ελβετό οικονομολόγο Σισμοντί. Ο τελευταίος πρότεινε την ύπαρξη πολλών μικρών επιχειρήσεων, ώστε οι οικονομίες να είναι ανθεκτικότερες στις κρίσεις, αφού η χρεοκοπία μικρών επιχειρήσεων θα είχε μικρότερο αντίκτυπο από τη χρεοκοπία μιας μεγάλης επιχείρησης. Ο Σούτσος, ως σύμβουλος του πρωθυπουργού Κουμουνδούρου, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον αναδασμό της γης το 1871 και στη δημιουργία της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας. Παρά τη συσχέτιση των ιδεών Σισμοντί – Σούτσου, η μικροϊδιοκτησία που εφάρμοσε ο τελευταίος είχε την πρωτοτυπία της δημιουργίας μιας νέας τάξης στην ελληνική κοινωνία. Μιας τάξης μικροϊδιοκτητών / μικρομεσαίων, που για τα επόμενα χρόνια θα αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού κράτους, ενώ παραμένει σημαντική μέχρι τις μέρες μας.

Βέβαια, μια οικονομία βασισμένη στη μικρή αγροτική παραγωγή δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς «ζωτικό χώρο». Έτσι, μετά τη χρεοκοπία του 1897, αυτή η παραγωγική δομή αποτέλεσε τη βάση των σχεδίων επέκτασης του ελληνικού κράτους, που οδήγησε στον διπλασιασμό του, και ολοκληρώθηκε με τη μικρασιατική τραγωδία.

Το τέλος της «Μεγάλης Ιδέας» έφερε μαζί του την ανάγκη εκβιομηχάνισης της Ελλάδας, όπως φαίνεται και στον τίτλο της διατριβής του Ξενοφώντα Ζολώτα «Η Ελλάς εις το Στάδιον της Εκβιομηχανίσεως» (1928). Η πρώτη εφαρμογή έγινε τη δεκαετία του 1930 από τον Κυριάκο Βαρβαρέσο, με έναν ιδιαίτερο, όμως, τρόπο. Μετά τη χρεοκοπία του 1932, ο Βαρβαρέσος, ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, έβγαλε τη χώρα από τον «κανόνα του χρυσού», αποφεύγοντας έτσι την οικονομική κατάρρευση.

Παράλληλα, εφάρμοσε αντιπληθωριστική πολιτική, επιδιώκοντας τη νομισματική σταθερότητα κυρίως μέσα από συναλλαγματικούς ελέγχους και ισοσκελισμένο εμπορικό ισοζύγιο. Όμως, ο εμπορικός προστατευτισμός, σε συνδυασμό με την επιδότηση της εγχώριας βιομηχανίας, οδήγησε σε μια σχετική εκβιομηχάνιση. Συγκεκριμένα, η βιομηχανική παραγωγή έφτασε το 12% του ΑΕΠ – περίπου όσο είναι και σήμερα. Όπως και με τον Σούτσο, η πολιτική του Βαρβαρέσου είναι σίγουρα επηρεασμένη από την πρόταση του Κέινς για εγκατάλειψη του «κανόνα του χρυσού», όμως, η εφαρμογή της ενέχει αρκετά στοιχεία πρωτοτυπίας, που έχουν να κάνουν με την ιδιαιτερότητα της ελληνικής οικονομίας.

Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επανάφερε το ζήτημα της εκβιομηχάνισης με διαφορετικούς όρους. Ο Βαρβαρέσος παρέμεινε υπέρμαχος της νομισματικής σταθερότητας και υποστήριξε από το 1945 τη λελογισμένη χρήση των κεφαλαίων της ξένης βοήθειας για υποδομές και την περιορισμένη εκβιομηχάνιση υπό όρους. Παράλληλα, διατύπωσε την πεποίθηση ότι η οικοδομή θα μπορούσε να αποτελέσει έναν κλάδο μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας που θα εξασφάλιζε προστασία από νομισματικούς κλυδωνισμούς. Το 1952, ο Ξενοφώντας Ζολώτας βρέθηκε στον αντίποδα αυτής άποψης, ζητώντας την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας με τη χρήση των κεφαλαίων της ξένης βοήθειας. Από το 1947 είχε παρέμβει στο ζήτημα και η κομμουνιστική Αριστερά με το βιβλίο του Δημήτρη Μπάτση «Η Βαριά Βιομηχανία στην Ελλάδα». Υποστήριζε την αυτόκεντρη εκβιομηχάνιση της χώρας με τη χρήση των πλουτοπαραγωγικών της πόρων και τις τεχνικές του οικονομικού σχεδιασμού. Τελικά, η είσοδος της χώρας στο σύστημα των σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods, το 1952, οδήγησε σε βιομηχανική άνθιση και μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και σε οικοδομικό οργασμό.

Όμως, και πάλι η χαρά δεν βάσταξε πολύ. Περί το 1968 η βιομηχανία άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα, τα οποία κορυφώθηκαν με την παγκόσμια κρίση του 1970, κάτι που οδήγησε και στη πτώση της δικτατορίας. Η αντιμετώπιση της κρίσης από τις κυβερνήσεις τη Νέας Δημοκρατίας (1974 – 1981) ήταν και πάλι πρωτότυπη. Σε μια εποχή που κυριαρχούσε ο μονεταρισμός, η Ελλάδα κρατικοποίησε τις τράπεζες και αρκετούς κλάδους δημόσιων υπηρεσιών. Η πολιτική αυτή συνεχίσθηκε και από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1981 – 1989, με την κρατικοποίηση και των περιβόητων «προβληματικών βιομηχανιών».

Οι πολιτικές αυτές καθυστέρησαν την αποβιομηχάνιση της χώρας, όμως δεν την ανέσχεσαν. Από το 1992, με τη Συμφωνία του Μάαστριχτ, η Ελλάδα οδηγήθηκε σε μια οικονομία υπηρεσιών, βασισμένη στις τράπεζες, στον τουρισμό και στις κατασκευές, που σαρώθηκε από την κρίση του 2008. Έκτοτε ψάχνουμε τη θέση μας, χωρίς τις πρωτότυπες ιδέες που εμφανίσθηκαν σε προηγούμενες ιστορικές φάσεις. Φρονώ ότι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για να διαβαστεί το βιβλίο του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου, που ενέπνευσε αυτό το κείμενο.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ