
Β. Ζωγράφος στο “Π”: Η Κοινωνία της Πληροφορίας στο εδώλιο, καθρέφτης θεσμικής αδυναμίας

Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων,
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]
Η κυβέρνηση προβάλλει την Ψηφιακή Ελλάδα ως υπόδειγμα επιτυχίας, όμως η κινητοποίηση του OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποκαλύπτει ένα διαφορετικό υπόστρωμα. Η Κοινωνία της Πληροφορίας, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και η ευφυής γεωργία δεν λειτουργούν ως ανεξάρτητοι θεσμικοί μοχλοί, αλλά ως τμήματα ενός συστήματος, όπου οι αναθέσεις, οι τεχνικές λύσεις και η διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων συγκλίνουν σε έναν μικρό αριθμό εταιρειών που απορρόφησαν δυσανάλογο μερίδιο χρηματοδοτήσεων.
Πραγματοποίησαν έφοδο στα γραφεία της ΚτΠ και σε τρεις συμβουλευτικές εταιρείες που διαχειρίζονται μεγάλα τμήματα ευρωπαϊκών κονδυλίων. Η έρευνα αφορά πιθανές παρατυπίες και ασυμβατότητες σε έργα που σχετίζονται με την ψηφιακή γεωργία, τις τεχνικές μελέτες υποστήριξης και την προετοιμασία διαγωνισμών. Η εικόνα που αναδύεται δεν αφορά μόνο τον τρόπο ανάθεσης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κατανεμήθηκαν οι ροές χρηματοδότησης σε ένα περιορισμένο δίκτυο παρόχων.
Η ΚτΠ, ο κεντρικός δημόσιος φορέας ψηφιακών έργων, εξελίχθηκε σε αγωγό τεράστιων κοινοτικών κονδυλίων. Η χρηματοδότηση δεν ενεργοποιεί μια πλουραλιστική αγορά, αλλά καταλήγει συστηματικά σε έναν στενό κύκλο αναδόχων που επαναλαμβάνονται στις περισσότερες συμβάσεις. Τα ψηφιακά έργα της ΚτΠ διαμοιράζονται στοχευμένα, ανακυκλώνονται μέσα σε περιορισμένο αριθμό τεχνικών σχημάτων, που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των συμβάσεων και συχνά εμφανίζονται να έχουν ρόλο και στη σύνταξη τεχνικών τευχών και στη διαμόρφωση προδιαγραφών.
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί εξετάζουν αν η συγκέντρωση έργων σε ελάχιστους παρόχους συνδέεται με στρεβλώσεις στις αναθέσεις, με αλληλεπικαλύψεις ρόλων ή με υπέρμετρη επιρροή συμβουλευτικών και τεχνολογικών εταιρειών στην ωρίμανση, στην προετοιμασία και στην κατανομή των ψηφιακών έργων. Η έρευνα επικεντρώνεται στη διακυβέρνηση των κονδυλίων από λίγους αναδόχους.
Η σύνδεση με τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την ευφυή γεωργία αποκαλύπτει μια δομική αδυναμία. Στον αγροτικό τομέα, τα πληροφοριακά συστήματα, οι γεωχωρικές πλατφόρμες και οι τεχνολογικές υποδομές δεν αναπτύχθηκαν βάσει κρατικών προδιαγραφών, αλλά εντός του ίδιου, κλειστού κύκλου αναδόχων. Η ευφυής γεωργία δεν αποτελεί εργαλείο ακριβείας και παραγωγικότητας, αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός διοικητικής αποτύπωσης, χωρίς επαρκή θεσμική εποπτεία.
Τα ευρήματα για εσφαλμένους βοσκότοπους και εξωπραγματικούς αριθμούς ζωικού κεφαλαίου δεν είναι τυχαία περιστατικά, αλλά συμπτώματα ενός περιβάλλοντος όπου η τεχνική εξάρτηση του Δημοσίου από συγκεκριμένους ιδιώτες περιορίζει την ικανότητα ελέγχου και επαλήθευσης των δεδομένων. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν απέκτησε ποτέ την αυτονομία που απαιτείται για να διαχειρίζεται με αξιοπιστία την Κοινή Αγροτική Πολιτική, διότι τα κρίσιμα συστήματα στα οποία στηρίζεται αναπτύχθηκαν, επεκτάθηκαν και υποστηρίχθηκαν από σχήματα που είχαν ήδη ισχυρή θέση σε άλλα ψηφιακά έργα του κράτους.
Η ΚτΠ δεν λειτουργεί ως θεσμικός εγγυητής τεχνικής ποιότητας και διαφάνειας, αλλά ως κεντρικός μηχανισμός διοχέτευσης τεράστιων ποσών σε ελάχιστους. Αυτή η συγκέντρωση ισχύος, συνδυασμένη με την απουσία ενιαίας εθνικής αρχιτεκτονικής δεδομένων και με τη χρήση πληροφοριακών συστημάτων που δεν ανήκουν πλήρως στο Δημόσιο, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η Ελλάδα παραμένει εκτεθειμένη σε επεμβάσεις της ευρωπαϊκής εποπτείας.
Η κυβέρνηση έχει χτίσει ένα μοντέλο ψηφιακής διακυβέρνησης που ευνοεί τη συσσώρευση έργων σε λίγα χέρια, περιορίζοντας την αγορά, υπονομεύοντας τον ανταγωνισμό και μειώνοντας τη θεσμική διαφάνεια. Η έρευνα, επομένως, δεν αφορά μόνο τον τρόπο που μοιράστηκαν τα κονδύλια αλλά και το αν η ΚτΠ λειτουργεί ως εργαλείο ψηφιακού εξορθολογισμού ή ως κατανεμητής ισχύος.
Η Ψηφιακή Ελλάδα δεν μπορεί να στηριχθεί σε ένα μοντέλο που κατευθύνει τον δημόσιο τομέα σε επιλεκτικές εξαρτήσεις. Δεν μπορεί να δομείται γύρω από λίγους τεχνολογικούς και συμβουλευτικούς αναδόχους που διαχειρίζονται κρίσιμες κρατικές υποδομές. Για να ανακτηθεί η θεσμική αξιοπιστία, απαιτείται πλήρης επαναξιολόγηση της λειτουργίας της Κοινωνίας της Πληροφορίας, ενιαία στρατηγική για τα δεδομένα, αληθινός ανταγωνισμός στα Έργα Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών και πραγματική τεχνική αυτονομία του Δημοσίου.
Η Ψηφιακή Ελλάδα δεν καταρρέει από έλλειψη τεχνολογίας, αλλά από την πολιτική επιλογή να συγκεντρώνονται δημόσιοι πόροι και κρίσιμες υποδομές στα χέρια ελάχιστων. Η Κοινωνία της Πληροφορίας μετατράπηκε σε μηχανισμό αναθέσεων, αντί σε θεσμικό εγγυητή και ο ΟΠΕΚΕΠΕ σε παθητικό χρήστη συστημάτων που δεν ελέγχει. Όσο αυτή η αρχιτεκτονική παραμένει άθικτη, οι ευρωπαϊκοί ελεγκτικοί φορείς θα συνεχίσουν να κάνουν τη δουλειά που όφειλε να κάνει το ελληνικό κράτος.