Του
ΒΑΣΙΛΗ ΤΑΛΑΜΑΓΚΑ
Τώρα κάνουν πως δεν καταλάβαιναν. Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται βαριά εκτεθειμένη μετά τις καταιγιστικές εξελίξεις και την αποπομπή της αμερικανίδας πρέσβεως στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, με απόφαση του ίδιου του Προέδρου των ΗΠΑ. Η απαίτηση για την παραίτησή της δεν συνιστά απλώς μια τυπική διπλωματική αντικατάσταση, αλλά φέρνει στην επιφάνεια αμείλικτα ερωτήματα γύρω από τη στάση, τις αντοχές και τους χειρισμούς της Αθήνας απέναντι σε πρακτικές που παραπέμπουν σε σκοτεινές εποχές.
Εδώ και περίπου εξίμισι μήνες, στους διπλωματικούς κύκλους συνιστούσε κοινό μυστικό ότι η κ. Γκίλφοϊλ κινείτο σε ένα παράλληλο, παραθεσμικό πλαίσιο, ξεπερνώντας συστηματικά τα εσκαμμένα.
Παρά ταύτα, τα κυβερνητικά στελέχη όχι μόνο δεν φρόντισαν να θέσουν τα στοιχειώδη όρια, αλλά συνέχιζαν να την αποθεώνουν σε κάθε ευκαιρία, προτάσσοντας διαρκώς το αφήγημα μιας δήθεν «στρατηγικής σχέσης βάθους».
Καταλύτης για τη ραγδαία τροπή των πραγμάτων στάθηκε το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της «Wall Street Journal». Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, με αφορμή την κατάρρευση της κυβέρνησης στη Ρουμανία, η αμερικανίδα διπλωμάτης φέρεται να δήλωσε περιφρονητικά σε δείπνο τον περασμένο Μάρτιο πως «κάτι τέτοιο μπορούμε να το κάνουμε σε όποια χώρα θέλουμε, μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ». Η συγκεκριμένη αποστροφή, η οποία αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας, αντιμετωπίστηκε από το κυβερνητικό στρατόπεδο με αμηχανία και υπεκφυγές.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έσπευσε να υποβαθμίσει τη βαρύτητα του γεγονότος, ισχυριζόμενος ότι «ουδέποτε υπήρξε ζήτημα απειλής», ενώ άλλα στελέχη θόλωσαν ακόμη περισσότερο τα νερά, αποφεύγοντας να διαψεύσουν τη φράση και δίνοντας βολικές ερμηνείες. Παράλληλα, ο ισχυρισμός ότι η κυβέρνηση «δεν παρεμβαίνει σε επιχειρηματικούς ανταγωνισμούς» κατέρρεε στην πράξη.
Η παραθεσμική πραγματικότητα είχε διαφανεί ήδη από τον Νοέμβριο του 2025, όταν η κ. Γκίλφοϊλ εμφανίστηκε στο υπουργείο Ανάπτυξης αξιώνοντας νομοθετική παρέμβαση για το λιμάνι της Ελευσίνας ως κόμβου logistics, με στόχο να δημιουργηθεί ανάχωμα στα κινεζικά συμφέροντα της Cosco.
Η Αθήνα κινήθηκε τότε με πρωτοφανή ταχύτητα, για να μην εισπράξει τη δυσαρέσκειά της. Στην πορεία, ωστόσο, αποδείχθηκε ένα αξιοσημείωτο παράδοξο: Την ώρα που ο Πρόεδρος Τραμπ και η αμερικανική εξωτερική πολιτική υιοθετούσαν μια ηπιότερη γραμμή απέναντι σε Πεκίνο και Μόσχα –με τον αμερικανό Πρόεδρο να έχει, μάλιστα, δύο διαδοχικές συναντήσεις με τον κινέζο ομόλογό του–, η πρέσβης στην Αθήνα φαίνεται πως ακολουθούσε τη δική της, αυτόνομη ατζέντα, υπαγορευμένη από συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Όταν παραδοσιακά ατλαντιστές πολιτικοί, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, τονίζουν την ανάγκη για πολυδιάστατη και ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, πραγματοποιώντας ομιλία για τις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, είναι απορίας άξιο πώς δεν βρέθηκε κανείς στην κυβέρνηση να βάλει φρένο.
Προφανώς, κανείς δεν περίμενε να θέσουν όρια ορισμένοι γραφικοί υπουργοί, όμως, με μια στοιχειώδη κατεύθυνση από το Μέγαρο Μαξίμου θα μπορούσε να είχε εφαρμοστεί η τακτική του «καλού και του κακού μπάτσου», όπως συμβαίνει σε τόσες άλλες περιπτώσεις της εσωτερικής επικαιρότητας.
Πλέον, το κυβερνητικό επιτελείο παρακολουθεί αμήχανο τις εξελίξεις, αναμένοντας τα πορίσματα των ερευνών των στελεχών του FBI για να αποτιμήσει το μέγεθος των κραδασμών, που αναμένεται να αγγίξουν και μέλη της εγχώριας επιχειρηματικής κοινότητας.