Θέμης Μπάκας: Η αντιμετώπιση της κρίσης προϋποθέτει συστημική ενίσχυση του στεγαστικού αποθέματος

Θέμης Μπάκας: Η αντιμετώπιση της κρίσης προϋποθέτει συστημική ενίσχυση του στεγαστικού αποθέματος

Ο πρόεδρος του πανελλαδικού δικτύου E REAL ESTATE Θέμης Μπάκας, με αφορμή την παρούσα ανάλυση, υποστηρίζει τα εξής: «Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα έχει αποκτήσει πλέον βαθιά κοινωνικά χαρακτηριστικά, με επιπτώσεις που διαπερνούν οριζόντια την κοινωνία. Ο ολοένα εντονότερος αποκλεισμός των νέων από την ιδιοκατοίκηση, η αύξηση των πλειστηριασμών, η ραγδαία υποχώρηση της ιδιοκατοίκησης και η σταθερή επιβάρυνση των νοικοκυριών δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας που εντείνει το ήδη δυσμενές δημογραφικό προφίλ της χώρας.

Παρά την οξύτητα του προβλήματος, η στεγαστική πολιτική εξακολουθεί να επικεντρώνεται κυρίως στη ‘‘ζήτηση’’, μέσα από επιδοτήσεις ενοικίου και ενισχύσεις δανειοληπτών. Πρόκειται για παρεμβάσεις που προσφέρουν μόνο βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, καθώς δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος: Το δομικό έλλειμμα προσφοράς. Όταν η παραγωγή κατοικιών παραμένει χαμηλή, κάθε πολιτική στήριξης της ζήτησης μετατρέπεται, μεσοπρόθεσμα, σε παράγοντα ανόδου των τιμών.

Το υφιστάμενο πλαίσιο ανακαίνισης ακινήτων επιδεινώνει αυτήν την ανισορροπία. Προγράμματα όπως το ‘‘Ανακαινίζω – Ενοικιάζω’’ και το ‘‘Αναβαθμίζω’’, αν και χρήσιμα, αποκλείουν μεγάλο μέρος μικρών ιδιοκτητών που δεν διαθέτουν ίδια κεφάλαια ούτε πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό. Έτσι, ένα κρίσιμο τμήμα του κτιριακού αποθέματος παραμένει αδρανές, ενώ θα μπορούσε να ενταχθεί στην αγορά μέσω μιας πιο ευέλικτης και κοινωνικά στοχευμένης πολιτικής ανακαίνισης.

Η πραγματική ανακούφιση θα προέλθει μόνο μέσα από μια στρατηγική που ενισχύει με συνέπεια την παραγωγή νέων κατοικιών, δημιουργεί ένα επαρκές και ανθεκτικό απόθεμα κοινωνικής κατοικίας –έναν σταθερό και μακροπρόθεσμο πυλώνα προσιτής στέγασης, που λειτουργεί συμπληρωματικά προς την ιδιωτική αγορά– και διαμορφώνει ένα στιβαρό, προβλέψιμο και αποτελεσματικό πλαίσιο χωροταξίας και αδειοδοτήσεων.

Παράλληλα, απαιτείται αξιοποίηση του υφιστάμενου δημόσιου κτιριακού πλούτου. Χιλιάδες δομημένα ακίνητα του Δημοσίου παραμένουν ανενεργά, την ώρα που η αγορά αντιμετωπίζει σοβαρό έλλειμμα προσφοράς. Η εύλογη αξιοποίησή τους, με σαφή κοινωνική στόχευση, μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής προσιτής στέγασης.

Επιπλέον, η φορολογική πολιτική θα πρέπει να προσαρμοστεί ώστε η μείωση των συντελεστών από εισόδημα ακινήτων να μην αφορά μόνο όσους εισπράττουν μισθώματα μεταξύ 12.000 ευρώ και 24.000 ευρώ ετησίως, αλλά και τους μικρούς ιδιοκτήτες με εισοδήματα κάτω των 12.000 ευρώ, οι οποίοι αποτελούν σημαντικό τμήμα του κτιριακού αποθέματος και συχνά αδυνατούν να ανακαινίσουν ή να διαθέσουν τις κατοικίες τους στην αγορά.

Τέλος, απαιτείται η δημιουργία ενός ειδικού προγράμματος εγγυοδοσίας της ιδίας συμμετοχής για νέους και οικογένειες που πληρούν τα τραπεζικά κριτήρια για στεγαστικό δάνειο αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα ίδια κεφάλαια. Η εξάλειψη αυτού του εμποδίου θα διευκολύνει την πρόσβαση στη στεγαστική πίστη, χωρίς να υπονομεύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Χωρίς αυτές τις δομικές παρεμβάσεις στην πλευρά της ‘‘προσφοράς’’, καμία πολιτική που στοχεύει αποκλειστικά στη ‘‘ζήτηση’’ δεν μπορεί να προσφέρει μόνιμη και ουσιαστική αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Η Ελλάδα χρειάζεται μια συνολική στρατηγική στέγασης, ικανή να αυξήσει το διαθέσιμο απόθεμα και να αποκαταστήσει την ισορροπία στην αγορά».

ΤΟ ΠΑΡΟΝ