
Θ. Φωτίου στο “Π”: Αυταρχισμός, τρομοκρατία, καταστολή εναντίον των δημοσίων υπαλλήλων τα μόνα όπλα της καταρρέουσας κυβέρνησης
Της
ΘΕΑΝΩΣ ΦΩΤΙΟΥ
Βουλευτού Νέας Αριστεράς Β3 Νότιου Τομέα Αθηνών
Ο νέος νόμος της κυβέρνησης για το πειθαρχικό των δημοσίων υπαλλήλων αποσκοπεί σε δύο πράγματα, τα οποία, αν υλοποιηθούν, είναι εξίσου επικίνδυνα για την κοινωνία και την οικονομία της χώρας μας.
Το πρώτο πράγμα που επιδιώκει ο νόμος είναι να μετατρέψει τους δημοσίους υπαλλήλους από δημόσιους λειτουργούς, που τίθενται στην υπηρεσία του δημοσίου συμφέροντος, σε πειθήνια όργανα και συνενόχους μιας δεξιάς κυβέρνησης σκανδάλων, παρανομιών, αδιαφάνειας και αδικίας. Στόχος, δηλαδή, είναι η τρομοκράτηση, η πειθάρχηση και τελικά η φίμωση των δημοσίων υπαλλήλων μέσα από τη μετατροπή τους σε φοβισμένα άτομα, χωρίς συνδικαλιστική κάλυψη και δράση, που θα τρέμουν να πάρουν πρωτοβουλίες και να εκφράσουν τη γνώμη τους για την καλύτερη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.
Οι βασικοί τρόποι με τους οποίους μεθοδεύονται τα παραπάνω είναι οι εξής:
1.Η κατάργηση των πειθαρχικών συμβουλίων α’ και β’ βαθμού, που επιβάλλει ο νέος νόμος, και η αντικατάστασή τους από ένα πειθαρχικό συμβούλιο όπου θα συμμετέχουν 60 σύμβουλοι του ΝΣΚ και κανένας άλλος. Δηλαδή, δεν θα μετέχουν ούτε εκπρόσωποι των δημοσίων υπαλλήλων ούτε θα προΐστανται δικαστικοί, όπως συμβαίνει σήμερα. Έτσι, όμως, δημιουργείται ένα πειθαρχικό σώμα που είναι κρατικά ελεγχόμενο, καθώς απαρτίζεται αποκλειστικά και μόνο από τους «δικηγόρους» του κράτους, ένα σώμα χωρίς δικαστές που είναι έμπειροι γνώστες της δικονομίας και εγγυητές της αμεροληψίας. Προφανώς, αυτά υπονομεύουν τη διασφάλιση της δίκαιης δίκης και την προστασία του τεκμηρίου της αθωότητας.
Οι αιτιάσεις της κυβέρνησης περί αντιμετώπισης των καθυστερήσεων αποδεικνύονται ανεδαφικές, καθώς οι κοινωνικοί φορείς κατέστησαν σαφές ότι οι καθυστερήσεις δεν οφείλονται στη σύνθεση των πειθαρχικών συμβουλίων ούτε στη συμμετοχή σε αυτά δικαστών και εργαζομένων.
2.Η επέκταση και η μεγιστοποίηση των ποινών για υφιστάμενα ασαφώς προσδιορισμένα παραπτώματα, πράγμα που στην πράξη ποινικοποιεί το δικαίωμα αντίστασης του δημοσίου υπαλλήλου στο κράτος-εργοδότη. Διότι ποιος κρίνει κατά πόσο οι συνδικαλιστικές, πολιτικές ή κοινωνικές δράσεις του υπαλλήλου συνιστούν «άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία» ή, άκουσον άκουσον, «παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας». Εχεμύθεια σε τι; Στην κάλυψη παρανομιών;
3.Αυξάνει τις ποινές που μπορούν να επιβάλουν κατά βούληση μονοπρόσωπα όργανα, όπως υπουργός, διοικητής, ή γενικός διευθυντής. Αυτοί, όμως, είναι πρόσωπα που δεν έχουν αξιολογηθεί τεχνοκρατικά, αλλά τοποθετήθηκαν ως «γαλάζια παιδιά» από τη ΝΔ. Είναι απαράδεκτο να καλούνται τέτοια πρόσωπα να κρίνουν, διότι δεν μπορεί παρά να πρυτανεύσουν μικροκομματικά και πελατειακά κριτήρια.
Εδώ χρειάζεται να επισημάνουμε τον ιδιαίτερα μεγάλο κίνδυνο που διατρέχουν ειδικά οι εκπαιδευτικοί, καθώς έχουν ταχθεί να μπολιάσουν τα παιδιά μας με αξίες, όπως είναι η ειρήνη, η δημοκρατία, η αλληλεγγύη, ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη διαφορετικότητα. Αυτές, όμως, είναι αξίες που συχνά δεν συνάδουν με την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, κυρίως της Δεξιάς. Έτσι, ήδη διώκονται εκπαιδευτικοί για μηνύματα αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό ή για υπεράσπιση ανάπηρων μαθητών, που οι όποιες ελλείψεις τούς αποκλείουν από τη μάθηση. Δεν ξεχνάμε, άλλωστε, υπουργούς της δεξιάς κυβέρνησης να χαρακτηρίζουν πρόσφατα ως προδότες όσους βουλευτές τάσσονται κατά της γενοκτονίας του παλαιστινιακού λαού!
Το δεύτερο πράγμα που επιδιώκει ο νόμος είναι, με όχημα την αξιολόγηση, να ανοίξει τον δρόμο για τη μαζική κατάργηση της μονιμότητας στον δημόσιο τομέα. Γι’ αυτό, την άρνηση συμμετοχής στην αξιολόγηση τη μετατρέπει σε βαρύ πειθαρχικό αδίκημα, και μάλιστα ιδιώνυμο, που οδηγεί ακόμα και σε απόλυση, εάν ο διωκόμενος απέχει από την αξιολόγηση επί δύο συνεχείς περιόδους. Θυμίζω ότι ήδη 2.500 μέλη της ΔΟΕ και της ΟΛΜΕ διώκονται διότι απλώς εφάρμοσαν αποφάσεις των συνδικαλιστικών τους οργάνων. Επιπλέον, ο νόμος διευρύνει τις περιπτώσεις αυτοδίκαιης αργίας, με αποτέλεσμα να ακυρώνεται το τεκμήριο της αθωότητας.
Οι μεθοδεύσεις του νόμου καθιστούν σαφές ότι η κυβέρνηση της ΝΔ στοχοποιεί τους δημοσίους υπαλλήλους διότι τους φοβάται για πολιτικούς λόγους. Την ίδια στρατηγική ακολουθεί, άλλωστε, και σε σχέση με άλλες κοινωνικές ομάδες, όπως είναι, για παράδειγμα, η νεολαία. Η κυβέρνηση της Δεξιάς επιδιώκει να καθυποτάξει πολιτικά τέτοιες μεγάλες κοινωνικές ομάδες μέσω της έντασης του κυβερνητικού αυταρχισμού και γι’ αυτό δεν διστάζει να υπονομεύσει περαιτέρω το κράτος δικαίου, τις πολιτικές ελευθερίες και τη δημοκρατία.
Αυτή η στρατηγική έντασης του κυβερνητικού αυταρχισμού, όμως, καταδεικνύει και το γεγονός ότι η κυβέρνηση της ΝΔ έχει πλήρη επίγνωση του ότι είναι μια κυβέρνηση που, για χίλιους δύο λόγους, βρίσκεται σε αποδρομή. Πρώτιστο καθήκον των δημοκρατικών και αριστερών δυνάμεων είναι να κάνουν τα πάντα ώστε να επιταχύνουν την πτώση αυτής της επικίνδυνης δεξιάς κυβέρνησης. Αν μη τι άλλο, αυτό είναι πλέον και ένα ισχυρά πλειοψηφικό κοινωνικό αίτημα.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ