ΝΑΙ, ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΠΑΓΙΔΑ, ΒΡΕΘΗΚΕ Η ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ
Τό ψέμα είν’ ο αρχηγός καί η αλήθεια δούλη πού ξεκινά απ’ τόν γονιό καί φτάνει στό μεδούλι
Τό ψέμα είν’ ο αρχηγός καί η αλήθεια δούλη πού ξεκινά απ’ τόν γονιό καί φτάνει στό μεδούλι
Δέν ανασαίνεις, Έλληνα σέ έχουν στό μπαούλο σέ μιάν Αγίας Εκκλησιάς τόν στολισμένο τρούλο
Έρημος μές στήν παγωνιά τριγύρω επιβάτες καί γύρω πάντα νηστικές οι άνθρωποι κι οι γάτες
Ήταν η ίδια αλεπού μέ ίδιες βλεφαρίδες κι εσύ μού κάνεις τόν παπά καί λές πώς δέν τήν…
Ο Έλληνας πάντα μικρός θέλει νά μεγαλώσει καί από νάνος τού Νοτιά θέλει καί νά ψηλώσει
Τό ύδωρ πήγαινε ψηλά ανέβαινε η πείνα κάθε φτωχός λουζότανε – μάλιστα Κυρα-Ρήνα
Ήταν η μέρα σκοτεινή ο γέρος ξαπλωμένος έλεγε λέξεις μυστικές ώς κάθε πεινασμένος
Παράδοξο καί τί νά πώ μιά αλεπού στήν Χώρα τριακόσια πόδια νά φορά - κι εσύ, Λαέ, προχώρα
Βλέπω πρός τήν Ανατολή εκεί πού ζούν πασάδες μέ τόν Σουλτάνο Αρχηγό καί μάγειρους αγάδες
Άν περπατάς μονάχος σου καί συναντάς καί άλλους κι όλοι παρέα γίνεστε ωσάν τούς παπαγάλους
Ένας ζητιάνος σκέφτηκε νά κάνει χαρακίρι γιατί τόν περιγέλαγαν ώς άθλιο μπατίρη
Τά χρόνια πάνε, πέρασαν καί γίναμε γερόντια μέ ζαρωμένο πρόσωπο κι ελάχιστα τά δόντια
Η Χώρα ήταν όμορφη κι ακόμα παραμένει παρότι εβιάσθηκε η δόλια η καημένη
Χαράς σ’ εκείνο τόν Λαό πού όντως γειτονεύει μέ γείτονα αρπακτικό πού συνεχώς τόν κλέβει
Τήν γνώρισα μιά εποχή παρέα μέ αρκούδες ζούσαν σέ πόλη σκοτεινή μέ γόησσες μαϊμούδες