ΤΙ ΧΑΜΠΑΡΙΑ, ΦΙΛΕ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗ, ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Κάτι παιδιά στήν αμμουδιά παίζουνε μέ τόν χρόνο ενώ στό σπίτι οι γονείς μετράνε μόνο πόνο
Κάτι παιδιά στήν αμμουδιά παίζουνε μέ τόν χρόνο ενώ στό σπίτι οι γονείς μετράνε μόνο πόνο
Κατάργησαν τίς «συνταγές» τίποτε δέν μάς σώζει αμαρτωλούς καί δυνατούς η μοναξιά μάς κρώζει
Μέσα στήν τόση σιωπή χάνω καί τό μυαλό μου πρέπει νά βρω τήν δύναμη νά βρω τόν εαυτόν…
Γρήγορα φεύγει ο καιρός κι η μνήμη υποφέρει άλλους τούς κάνει ευτυχείς καί σ’ άλλους κόβει χέρι
Η Χώρα έχει παρελθόν αυτό μήν τό ξεχνάμε έστω καί είς τήν κόλαση ξεβράκωτοι θά πάμε
Οι μέρες ανεμίζουνε σέ βρώμικο αγέρα σκεπάζουνε τήν ύπαρξη νύχτα καί τήν ημέρα
Ο γέρος ήτανε χλωμός μόνος χωρίς τσιγάρα καί τραγουδούσε σιγανά. Στήν γύρω του αντάρα
Ζούσα σέ χώρα μαγική όμως τήν αγαπούσα γιατί εδώ γεννήθηκε τής Πανουργιάς η Μούσα
Η μέρα είναι σκοτεινή, μόνο κάτι αλάνια γράφουνε μέ αναίδεια στούς δρόμους μέ μελάνια
Ρωμαίος, Ιουλιέτα αγόρι καί κορίτσι χτυπημένοι καί οι δυό τους απ’ τού φονιά τό «βίτσι»
Περνούν οι μέρες τάχιστα σάν τά λεωφορεία καί δίπλα μου καθότανε μιά σεβαστή Κυρία
Πέφτουν τήν νύχτα κεραυνοί κι η νύχτα τελειώνει τά άστρα αφανίζονται κι η ερημιά απλώνει.
Τά χρόνια φεύγουν βάναυσα κι εμείς εδώ ξεχνάμε σάν μάγια νά μάς κάνανε –δέν ξέρουμε πού πάμε
Τήν περιμέναμε χρόνια μέ μαύρη ετικέτα φορούσε ό,τι φανταστείς καί χάλκινη ζακέτα
Πήγα στό δάσος γιά νερό καί βρήκα μιά Κυρία είχε υπέροχα σουτιέν μά ήταν μυστηρία