ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ, ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΟΥΡΛΙΑΖΟΥΝ
Ένα φεγγάρι τραγικό σύννεφα τυλιγμένο κοιτάζει απ’ τόν ουρανό τόν κόσμο τόν βλαμμένο
Ένα φεγγάρι τραγικό σύννεφα τυλιγμένο κοιτάζει απ’ τόν ουρανό τόν κόσμο τόν βλαμμένο
Πάει καί τούτη η χρονιά –γειά σου, Καραϊσκάκη– ετούτη πού μάς έρχεται είναι παρτίδα σκάκι
Τώρα περνά ο αμαξάς κι ο σκύλος μου γαβγίζει φαίνεται πώς κατάλαβε τό δόλιο μετερίζι
Μιά νύχτα στόν παράδεισο μιά νύχτα όλο πάθος γλένταγαν οι κακόμοιροι καί πέσανε στό βάθος
Πήγε ο Βοσκός είς τά βουνά λίγο νά πάρει αγέρα καί άκουσε τήν θλιβερή τού χάροντα φλογέρα
Οι μέρες πάντα σκοτεινές χάραμα δέν υπάρχει κανείς δέν ξέρει πού πατά καί ποιός στήν Χώρα άρχει
Η όρεξη δέν χάθηκε χρόνια κυριαρχούσα στήν τουαλέτα πήγαινε πάντα λαμποκοπούσα
Η συναυλία τού χιονιά δέν τέλειωσε, αρχίζει κι ο σατανάς ώς αρχηγός στίς πόλεις μας γυρίζει
Πολλές πληγές στό παρελθόν καί ποιός νά τίς μετρήσει οι λύκοι γρύλιζαν φριχτά καί στά τσουβάλια μίση
Δέν ξέρω μαθηματικά ούτε γεωμετρία δέν έμαθα είς τό σχολειό τό ένα, δύο, τρία
Ήταν τό δάσος έρημο δέν είχε πιά ανθρώπους καί η ζωή ετράβαγε κάκιστη δίχως τρόπους
Όλα τά βάσανα περνούν όμως ξαναγυρίζουν καί γίνονται οι άνθρωποι σίδερα πού σαπίζουν
Τώρα πού ήρθε ο ιός ήρθε κι η θυγατέρα ήταν χρυσή σάν τήν αυγή πλην όμως καί ετέρα
Ψάχνω τήν Χώρα συνεχώς νά βρω νά προσκυνήσω φτάνω καί στίς Θερμοπύλες –η φύση σπαθί ίσο
«Ο Θεός καί ο γείτονας» λέει η παροιμία κι ο γείτονας κατάντησε σκληρή αστυνομία