ΣΩΣΕ ΚΥΡΙΕ ΤΟΝ ΛΑΟ ΣΟΥ, ΣΟΥ ΤΟ ΛΕΩ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΣΟΥ
Ο Έλλην ώς ατσούμπαλος –θεότρελος συνάμα– σέ κοροϊδεύει συνεχώς μέ προσευχές καί κλάμα.
Ο Έλλην ώς ατσούμπαλος –θεότρελος συνάμα– σέ κοροϊδεύει συνεχώς μέ προσευχές καί κλάμα.
Έρχονται πάλι κεραυνοί στήν Χώρα τήν μοιραία σύννεφα αρμενίζουνε περήφανα κι ωραία.
Τό πανηγύρι άρχισε είναι γιορτή μεγάλη παίζουν τά όργανα βαριά – ίδια τά ίδια πάλι.
Μία πατάτα κύλησε κι έπεσε στό χαντάκι ο κόσμος γύρω σιωπηλός καί γύρω γύρω δράκοι.
Δέν ήταν βλάκας ο βοσκός ήτανε υπηρέτης σ’ ένα παλάτι αρχοντικό καί πολλαπλώς ικέτης.
Πήγα μιά μέρα στό Δαφνί καί χτύπησα τήν πόρτα καί νά σου ο θυροφύλακας μέ βρώμικα τά χνώτα.
Καί ξαφνικά ξημέρωσε καί άλλαξε η φύση τά σύννεφα σκουριάσανε σ’ ανατολή καί δύση.
Βρέ, πώς αλλάζουν οι καιροί πώς γίναν Κολλητήρια, στούς άφιλους νά κάνουμε τούς δούλους καί χατίρια.
Στο χωρίο Γαητάνι Εβουλήθηκε να κάνη Ο Παπάς Γκλαβάς Ματθαίος Ωσάν άνθρωπος σπουδαίος
Οι λιμουζίνες έφταναν μαζί κι οι επιβάτες λιμοκοντόροι πλούσιοι τού όχλου αναβάτες.
Η χορωδία συνεχώς άδει κι όμως φαλτσάρει, τό μέλλον πάει περίπατο σέ καϊκιού αμπάρι.
Ήταν βαριά η συννεφιά καί βάρβαρο τό κρύο καλύτερα νά πήγαινα μιά εκδρομή στό Ρίο.
Ο γείτονας ήταν εκεί πιο πέρα ο ζητιάνος πίσω από τά κάγκελα ένας γνωστός ρουφιάνος.
Ήταν πρωί καί Σάββατο καί μού ’πε η Δασκάλα: Άσε τά κόλπα Μιχαήλ καθάρισε τήν σκάλα.
Κάθεται στόν καθρέφτη της καί συνεχώς θαυμάζει τό πρόσωπο, τό σώμα της κι αλλού πιά δέν κοιτάζει.