Τα «εκκλησιαστικά φιλέτα» στο μικροσκόπιο

Τα «εκκλησιαστικά φιλέτα» στο μικροσκόπιο

–Ο ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση γύρω από τη λεγόμενη «μαφία της Κρήτης» και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα διαχρονικό και ευαίσθητο ζήτημα: Τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας και τη σχέση της με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Οι αναφορές σε υποτιθέμενη υφαρπαγή περιουσιακών στοιχείων της Εκκλησίας σε συνδυασμό με τις καταγγελίες για αδιαφανείς πρακτικές έχουν αναζωπυρώσει τον προβληματισμό για το κατά πόσο υφίστανται μηχανισμοί επαρκούς ελέγχου και λογοδοσίας.

Η Εκκλησία της Ελλάδος διαθέτει σημαντική ακίνητη περιουσία σε ολόκληρη τη χώρα, μέρος της οποίας βρίσκεται σε περιοχές υψηλής εμπορικής αξίας. Σε περιόδους οικονομικής πίεσης ή έντονης επενδυτικής δραστηριότητας, τα λεγόμενα «εκκλησιαστικά φιλέτα» μετατρέπονται σε πεδίο έντονου ενδιαφέροντος. Η περίπτωση της Κρήτης, όπου φέρονται να εμπλέκονται πρόσωπα με επιρροή και διασυνδέσεις, ε­ντείνει τις ανησυχίες ότι η διαχείριση της περιουσίας δεν είναι πάντοτε θωρακισμένη απέναντι σε αθέμιτες πρακτικές.

Παράλληλα, στην Αττική –και ιδιαίτερα στα νότια προάστια και στην Αθηναϊκή Ριβιέρα–, η εκτόξευση των τιμών του real estate δημιουργεί ένα περιβάλλον αυξημένων πιέσεων. Περιοχές όπως η Γλυφάδα, η Βούλα και η Βουλιαγμένη έχουν μετατραπεί σε επενδυτικό χρυσωρυχείο, προσελκύοντας εγχώρια και διεθνή κεφάλαια. Σε αυτό το πλαίσιο, εκτάσεις που ανήκουν σε εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα αποκτούν στρατηγική σημασία. Οι φήμες περί υπόγειων πιέσεων ή επιδιώξεων αξιοποίησης με αμφισβητούμενους όρους ενισχύουν την ανάγκη για αυξημένη επαγρύπνηση.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η εκκλησιαστική περιουσία μπορεί ή πρέπει να αξιοποιείται. Αντιθέτως, η ορθολογική και νόμιμη αξιοποίησή της μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη, τόσο για την ίδια την Εκκλησία όσο και για το κοινωνικό σύνολο, ιδίως όταν τα έσοδα κατευθύνονται σε φιλανθρωπικές και κοινωνικές δράσεις. Το ζήτημα έγκειται στη διασφάλιση ότι οι διαδικασίες είναι διαφανείς, ανταγωνιστικές και πλήρως εναρμονισμένες με το θεσμικό πλαίσιο.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, ανεξαρτήτως της τελικής δικαστικής της κατάληξης, ανέδειξε τα κενά που μπορούν να προκύψουν όταν οι μηχανισμοί ελέγχου δεν λειτουργούν με επάρκεια ή όταν η διαπλοκή συμφερόντων παραμένει στο απυρόβλητο. Αντίστοιχα, η διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας απαιτεί ξεκάθαρες διαδικασίες, δημοσιοποίηση στοιχείων και ουσιαστικό έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές.

Η εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς τους θεσμούς –είτε πρόκειται για κρατικούς οργανισμούς είτε για την Εκκλησία– είναι εύθραυστη. Σε μια εποχή που η διαφάνεια αποτελεί βασικό αίτημα των πολιτών, κάθε σκιά ή υπόνοια αδιαφάνειας ενισχύει τον κυνισμό και την αποξένωση. Αντιθέτως, η συστηματική δημοσιοποίηση οικονομικών στοιχείων, η ανεξάρτητη εποπτεία και η λογοδοσία μπορούν να λειτουργήσουν ως ασπίδα απέναντι σε φαινόμενα κατάχρησης.

Φωτό: Οι μακέτες από την επένδυση που επρόκειτο να γίνει στα ακίνητα της Εκκλησίας στο Σχιστό και τελικά ναυάγησε. Τότε θα γινόταν με τη συνεργασία του κράτους. Τώρα που μπαίνουν στο παιχνίδι οι ιδιώτες θα γίνει;

ΤΟ ΠΑΡΟΝ