
Τα απανωτά στραπάτσα της κυβέρνησης στην εξωτερική πολιτική
Από στραπάτσο σε στραπάτσο οδηγείται η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, φέρνοντας την Ελλάδα σε εξαιρετικά δυσχερή θέση, καθώς σταδιακά ξεδιπλώνονται και προωθούνται όλες οι τουρκικές διεκδικήσεις εις βάρος της χώρας μας. Παραδοσιακοί εταίροι αναπτύσσουν πολύπλευρες σχέσεις με την Άγκυρα, θέτοντας την Ελλάδα σε ρόλο εκβιαζόμενου, ενώ γειτονικές χώρες, όπως η Λιβύη, η Βόρεια Μακεδονία και η Αλβανία, επιδεικνύουν αλαζονική και συχνά εχθρική στάση έναντι της Ελλάδας.
Είναι ίσως η πρώτη φορά που η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει περιέλθει σε τέτοια κατάσταση, και αυτό λόγω λανθασμένων και ιδεοληπτικών επιλογών, καθώς η κυβέρνηση το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι να διαχειρίζεται επικοινωνιακά, μέσω των ΜΜΕ που ελέγχει, τις υποχωρήσεις της, ώστε να μη θιγεί το προφίλ της.
Η αλυσίδα των αρνητικών εξελίξεων κορυφώθηκε τις προηγούμενες ημέρες, με τη δημοσίευση του Χάρτη των Θαλάσσιων Πάρκων της Τουρκίας και τη Σύνοδο Κορυφής Τουρκίας – Ιταλίας – Λιβύης, καθώς η Ελλάδα φάνηκε ανήμπορη να αντιδράσει απέναντι στις προκλήσεις και στις αμφισβητήσεις της Άγκυρας και ταυτόχρονα να απομονώνεται στη Μεσόγειο από έναν νέο άξονα που επιχειρεί να δημιουργήσει η Άγκυρα.
Τα τουρκικά Θαλάσσια Πάρκα, τα οποία δημοσιεύθηκαν επίσημα, το ένα στο Καστελλόριζο και το άλλο μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης, είναι σαφώς επιλεγμένα με έναν και μοναδικό στόχο: τη σταδιακή προώθηση των αναθεωρητικών επιδιώξεων της Τουρκίας και τη βήμα προς βήμα επιβολή τετελεσμένων. Παρότι αυτήν τη φορά, φαινομενικά, αφορούν τη δήθεν περιβαλλοντική προστασία, είναι σαφές ότι εξυπηρετούν την πολιτική των διεκδικήσεων της Τουρκίας και την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας.
Είναι τραγικό το ότι η μεν Τουρκία ουσιαστικά «συστήνει» στην Ελλάδα να υπαναχωρήσει από την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της, καλώντας τη να σεβαστεί τη Διακήρυξη των Αθηνών (όπως την ερμηνεύει η ίδια), ενώ η Αθήνα απαντά κάνοντας λόγο για «αντανακλαστικές ενέργειες κενές περιεχομένου, που θέτουν σε διακύβευση τις σχέσεις καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών». Μια αναφορά που δείχνει ότι η Αθήνα δεν έχει αντιληφθεί ότι η Τουρκία ουδόλως ενδιαφέρεται για σχέσεις καλής γειτονίας όλο αυτό το διάστημα – εκτός εάν η Ελλάδα αποδεχθεί το πλαίσιο που θέτει η Τουρκία, ώστε οι σχέσεις καλής γειτονίας να μετατραπούν σε σχέση… υποταγής της Ελλάδας.
Είναι η αυταπάτη που έχει καλλιεργηθεί εδώ και μήνες, σύμφωνα με την οποία υπάρχει καλή πρόθεση από την Τουρκία, οι κ. Γεραπετρίτης και Φιντάν είναι κοντά σε συμφωνία για τις θαλάσσιες ζώνες και είναι επίτευγμα και απόδειξη των αγαθών προθέσεων της Τουρκίας η μείωση των παραβιάσεων. Και όλα αυτά τα «σαλιαρίσματα» και οι υποκλίσεις στον Σουλτάνο, που, τελικά, μοναδικό αποτέλεσμα είχαν τον εξωραϊσμό της Τουρκίας σε «εταίρο» και «σύμμαχο», άνοιξαν τον δρόμο για συμμαχίες της Τουρκίας με χώρες που μέχρι πρότινος βρίσκονταν στο πλευρό της Ελλάδας.
Τα Θαλάσσια Πάρκα της Τουρκίας, που έρχονται μετά τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό που κατέθεσε η Τουρκία στην UNESCO τον Ιούνιο, ο οποίος αποτύπωνε επί χάρτου τη «Γαλάζια Πατρίδα», συνιστούν ένα ακόμη λιθαράκι στην προσπάθεια προώθησης της αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας επί του πεδίου.
Η Τουρκία επεκτείνει εντέχνως τα Θαλάσσια Πάρκα εκτός των χωρικών της υδάτων των 6 ν.μ., σε περιοχές διεθνών υδάτων, που δυνητικά ανήκουν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, και –το σημαντικότερο– σε περιοχές που δυνητικά ανήκουν στην ελληνική κυριαρχία, εφόσον επεκταθούν τα χωρικά ύδατα στα 12 ν.μ. Με τους χάρτες που παρουσίασε η Τουρκία, τα ελληνικά νησιά περιορίζονται στα 6 ν.μ., χωρίς κανένα άλλο δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες, επαναβεβαιώνοντας τη θέση της για «μέση γραμμή» μεταξύ των ηπειρωτικών ακτών των δύο χωρών, με πλήρη διαγραφή των θαλασσίων ζωνών των ελληνικών νησιών.
Το Θαλάσσιο Πάρκο γύρω από το Καστελλόριζο ουσιαστικά απομονώνει το ελληνικό νησί και το αποκόπτει από τα Δωδεκάνησα, στηρίζοντας τη θεωρία της Τουρκίας ότι βρίσκεται στη λάθος πλευρά της πιθανής μελλοντικής οριοθέτησης και συνεπώς δεν μπορεί να έχει θαλάσσιες ζώνες πέραν των 6 ν.μ. Επίσης, με τον Χάρτη του Θαλάσσιου Πάρκου μεταξύ Ρόδου και Καστελλόριζου, η Τουρκία υλοποιεί το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» αλλά και το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η Αθήνα, λανθασμένα, έσπευσε να ερμηνεύσει ως θετικό το γεγονός ότι η Τουρκία δεν ενέταξε στα Θαλάσσια Πάρκα κάποιο από τα νησιά που θεωρεί «γκρίζες ζώνες». Η Τουρκία δεν ενδιαφέρεται να προκαλέσει κρίση –αυτό πιθανότατα θα τη δυσκόλευε στην επιχείρηση γοητείας που ασκεί σε Ευρωπαίους και Αμερικανούς–, καθώς έχει επιτύχει ουσιαστικά την επιβολή της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών», με την Αθήνα να αποφεύγει να μπει στα… βαθιά νερά και να αμφισβητήσει ευθέως την τουρκική πολιτική, ασκώντας την κυριαρχία της επί όλων των νησίδων και βραχονησίδων που αμφισβητεί η Τουρκία.
Προφανώς, η περίληψη της Κίναρου και της Λέβιθας στο ελληνικό Θαλάσσιο Πάρκο ήταν ένα σωστό βήμα, αλλά δεν είναι αρκετό, και, επιπλέον, δείχνει τη φοβικότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η Τουρκία.
Όσον αφορά τις εξελίξεις με τη Λιβύη, η Αθήνα είδε ξαφνικά –και ενώ ο κ. Γεραπετρίτης νόμιζε ότι έβαλε σε τροχιά τις σχέσεις με τη γειτονική χώρα– να πραγματοποιείται Σύνοδος Κορυφής Ερντογάν – Μελόνι – Ντμπεϊμπά στην Κωνσταντινούπολη, με αντικείμενο το Μεταναστευτικό, την ενέργεια και την πολιτική μετάβαση στη Λιβύη. Έτσι, η Τουρκία έχει φτάσει στο σημείο να διαμορφώνει άξονα στη Μεσόγειο με μια ιδιαίτερα σημαντική ευρωπαϊκή δύναμη, την Ιταλία, αποκλείοντας την Ελλάδα, προφανώς στρεφόμενη εναντίον της. Με την Ιταλία, μάλιστα, να συνδέεται πλέον στενά με την Τουρκία, μέσω και της συνεργασίας στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας – μια συνεργασία που ανοίγει τον δρόμο στην Άγκυρα για είσοδο στο ευρωπαϊκό «φιλέτο» των 150 δισ. ευρώ του Προγράμματος «SAFE».
Όσον αφορά την Αίγυπτο, με την οποία, υποτίθεται, υπάρχει στρατηγική σχέση, η κυβέρνηση έχει βρεθεί εξαρτώμενη από τις επιλογές του Καΐρου, είτε στις σχέσεις του με την Άγκυρα είτε με τη Λιβύη. Και, βεβαίως, την περασμένη εβδομάδα, το ΥΠΕΞ έσπευσε να προβάλει την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Γιώργος Γεραπετρίτης με τον αιγύπτιο ομόλογό του, εν όψει της επίσκεψής του στην Αθήνα, παραβλέποντας ότι το αιγυπτιακό ΥΠΕΞ ανακοίνωσε πως πριν υπήρξε τηλεφωνική συνομιλία του αιγύπτιου υπουργού Εξωτερικών με τον τούρκο ομόλογό του Χακάν Φιντάν, με τον οποίο συζήτησε τις περιφερειακές εξελίξεις και τα θέματα της Λιβύης…
Όλα αυτά διαμορφώνουν ένα πραγματικά δυστοπικό τοπίο για την ελληνική εξωτερική πολιτική, το οποίο υπονομεύει τα εθνικά συμφέροντα και δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται με αυτάρεσκες δηλώσεις και διαπιστώσεις του τύπου «όλα βαίνουν καλώς».

ΤΟ ΠΑΡΟΝ