
Στις Συμπληγάδες της αντιπαράθεσης Τραμπ – Ευρώπης η Αθήνα
–Η κυβέρνηση πελαγοδρομεί, προσδοκώντας ένα θετικό νεύμα του Τραμπ
Χωρίς μπούσουλα αρμενίζει η κυβέρνηση στα τρικυμισμένα νερά που προκαλεί η ανατροπή στο διεθνές σύστημα από τις επιλογές του Προέδρου Τραμπ και την προσπάθεια των μεγάλων αλλά και μεσαίων περιφερειακών δυνάμεων να καταλάβουν θέση στο κενό που δημιουργείται.
Ήδη βλέπουμε τις μεγάλες ανατροπές που προκαλεί ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος από τη μία θέλει να περιορίσει την επιρροή της Κίνας και να κυριαρχήσουν οι ΗΠΑ στις εμπορικές σχέσεις της Δύσης και, τελικά, με τις επιλογές του, έχει οδηγήσει στην επίσπευση μιας σειράς τεράστιων συμφωνιών, οι οποίες εκκρεμούσαν επί χρόνια.
Χρειάστηκε η κόντρα μερικών εβδομάδων με τον Τραμπ, προκειμένου η Ευρώπη να υπογράψει τις μεγάλες συμφωνίες με την Ινδία και τη Mercosur, η Βρετανία να σπεύσει για συμφωνίες με την Κίνα, ενώ και ο καναδός πρωθυπουργός στο Πεκίνο υπέγραψε εμπορική συμφωνία με τον μεγαλύτερο εμπορικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ. Και αυτές οι εξελίξεις δείχνουν επίσης πόσο λίγο μπορούν να επηρεάσουν, στον σύγχρονο και πολύπλοκο κόσμο μας, οι απειλές του αμερικανού Προέδρου για επιβολή δασμών ακόμα και στους στενότερους συμμάχους και εταίρους του.
Μέσα σε όλα αυτά, βεβαίως, έχει προκύψει και το μείζον για την Ελλάδα ζήτημα για τη μεταφορά αμερικανικού LNG μέσω της χώρας μας προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Μετά τις πανηγυρικές εκδηλώσεις και τις θριαμβολογίες για το πώς η Ελλάδα μετατρέπεται σε κόμβο μεταφοράς αμερικανικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την αναβάθμιση έτσι του γεωπολιτικού ρόλου της χώρας μας, διαπιστώνεται ότι η αγορά δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για αυτόν τον δρόμο μεταφοράς αερίου.
Η μεταφορά αμερικανικού LNG γίνεται κυρίως από βορρά, ενώ η κινούμενη σιωπηλά αλλά αποτελεσματικά Τουρκία έχει καταφέρει να εξασφαλίσει και μεγάλα συμβόλαια αγοράς αμερικανικού αερίου αλλά και να χτίσει υποδομές ώστε να μπορεί όχι μόνο να λειτουργήσει συμπληρωματικά αλλά να είναι πλήρως ανταγωνιστική προς την Ελλάδα. Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι εάν αυτή η πλήρης εξάρτηση και της Ελλάδας και της Ευρώπης από το αμερικανικό φυσικό αέριο θα είναι προς όφελος των χωρών και των καταναλωτών ή τελικά θα προκαλέσει ένα ακόμη χτύπημα στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Η κυβέρνηση είναι αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές, βλέποντας ότι ο αμερικανός Πρόεδρος απεχθάνεται την Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύνολο και συγχρόνως δείχνει να μην ανέχεται όσους διαφοροποιούνται ή πάντως δεν συστρατεύονται με τις επιλογές του. Η Αθήνα προφανώς δεν μπορεί παρά να είναι και στο μέλλον ταγμένη στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικογένειας, όμως, δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής είναι αυτές που παίζουν τον κρίσιμο ρόλο στο στρατόπεδο της Δύσης και, δυστυχώς, ήταν η μόνη πλευρά που μπόρεσε να παρέμβει αποτελεσματικά, όταν χρειάστηκε, πριν από 30 χρόνια, προκειμένου να αποφευχθεί ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος.
Έκτοτε πέρασαν πολλά χρόνια, η Τουρκία έχει σε μεγάλο βαθμό αυτονομηθεί και έχει πετύχει σε μεγάλο βαθμό την αυτάρκειά της σε αμυντικούς εξοπλισμούς, έχει ενισχύσει τον περιφερειακό ρόλο της και δύσκολα πλέον θα μπορούσε να χειραγωγηθεί ή να συγκρατηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι, μόνο η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να ασκήσει την πειθώ της στην Τουρκία προκειμένου να αποφευχθεί νέα κλιμάκωση στο Αιγαίο. Κανείς δεν γνωρίζει, όμως, εάν υπάρχει τέτοια πρόθεση από τον Πρόεδρο Τραμπ, με δεδομένη τη συναλλακτική αντίληψή του για τα πράγματα, την ελάχιστη σημασία που αποδίδει στην κυριαρχία των άλλων χωρών αλλά και τον θαυμασμό του προς τον τούρκο ηγέτη Ταγίπ Ερντογάν.
Έτσι, η Αθήνα προσπαθεί να βρει και να κρατήσει ισορροπίες, ώστε να αποφύγει τουλάχιστον να μπει στη «μύτη» του αμερικανού Προέδρου, σε μια περίοδο, μάλιστα, που η αμερικανική πολιτική πλησιάζει όλο και πιο πολύ την περιοχή μας.
Προς το παρόν, πάντως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά το εξαιρετικό επίπεδο γνωριμιών του στην αμερικανική ελίτ και παρά την προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η πρέσβης Κίμπερλι Γκίλφοϊλ για να υπάρξει πρόσβαση στο περιβάλλον Τραμπ, δεν έχει μπορέσει να βρει επαφή. Ίσως η πιο κοντινή επαφή ήταν αυτή του υπουργού Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου με τον γιο Τραμπ, Έρικ, σε φόρουμ στη Σαουδική Αραβία. Όμως, και εκεί όλες οι επαφές φαίνεται να περιορίζονται στο πρότζεκτ του LNG και σε τίποτα περισσότερο.
Είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, ότι ο ΥΠΕΞ Γιώργος Γεραπετρίτης μετέβη για τρίτη φορά το τελευταίο εξάμηνο στις ΗΠΑ, υποτίθεται για να παραστεί σε συνεδρίαση του ΣΑ του ΟΗΕ, ωστόσο, σε αυτές τις τρεις επισκέψεις δεν μπόρεσε να κλείσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο ραντεβού στην Ουάσινγκτον, προκειμένου να υπάρξει υψηλού επιπέδου διάλογος, να διερευνηθούν οι εκατέρωθεν προθέσεις και να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο επαφών και διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των δύο κυβερνήσεων.
Η άλλη μεγάλη παγίδα αφορά βεβαίως και τη σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ, καθώς η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ίσως ότι ο Νετανιάχου ή όποιος τον διαδεχθεί θα δώσει μάχη στην Ουάσινγκτον για να προωθήσει και τα ελληνικά συμφέροντα. Αυτό, φυσικά, δεν ισχύει και είναι σαφές ότι μόλις ο όποιος ηγέτης του Ισραήλ αντιληφθεί ότι τα συμφέροντά του εξυπηρετούνται ακόμη και με αποκατάσταση των σχέσεων με την Τουρκία δεν θα σκεφτεί καθόλου το ότι η Ελλάδα συμπαραστάθηκε σε δύσκολες συνθήκες στο Ισραήλ. Και με δεδομένο ότι ήδη το Τελ Αβίβ παζαρεύει για λογαριασμό του μια νέα στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, ελάχιστα θα ενδιαφερθεί για το εάν η Αθήνα έχει βρει ή όχι επαφή με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Συγχρόνως, στο εσωτερικό της ΕΕ, η ελληνική κυβέρνηση χαρακτηρίζεται ως φιλοαμερικανική, κάτι που δημιουργεί εκ των πραγμάτων εμπόδια στην άσκηση μιας ουσιαστικής και απερίσπαστης πολιτικής, στο πλαίσιο της προσπάθειας για δημιουργία κοινής άμυνας και προάσπιση των ευρωπαϊκών συνόρων.
Τέλος, με όλες τις προσπάθειες που, είτε διακριτικά είτε εντελώς άκομψα, γίνονται προκειμένου να διατηρηθούν αυτοί οι περίφημοι «δίαυλοι επικοινωνίας» με την Τουρκία και τον Ταγίπ Ερντογάν, ουσιαστικά στρώνεται το έδαφος για πρωτοβουλίες όπως αυτές που έχει προαναγγείλει ο αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα Τομ Μπάρακ, ο οποίος δεν κρύβει ότι θέλει να αναδιατάξει τη Μέση Ανατολή, ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα των ΗΠΑ χωρίς να είναι αναγκαία η στρατιωτική παρουσία και η παρέμβασή τους στην περιοχή.
Και έχοντας έναν τέτοιο σχεδιασμό για την ευρύτερη περιοχή, είναι προφανές ότι οι Αμερικανοί δεν θα επιτρέψουν να αποτελέσουν εμπόδιο τα ελληνοτουρκικά.