Ρισκάρει η κυβέρνηση, ποντάροντας σε «ελεγχόμενη» ένταση με την Τουρκία για να ανατρέψει το κλίμα των δημοσκοπήσεων

Ρισκάρει η κυβέρνηση, ποντάροντας σε «ελεγχόμενη» ένταση με την Τουρκία για να ανατρέψει το κλίμα των δημοσκοπήσεων

Σε μια ελεγχόμενη ένταση με την Τουρκία φαίνεται να επενδύει πολιτικά η κυβέρνηση, βλέποντας ότι όλα τα άλλα κόλπα που εφαρμόζει με σκοπό να ανακτήσει το χαμένο έδαφος στις δημοσκοπήσεις δεν αποδίδουν, αλλά, αντιθέτως, μεγαλώνει το κλίμα δυσαρέσκειας και αμφισβήτησης της άλλοτε πρωτοκαθεδρίας της στο πολιτικό σκηνικό.

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, από τη στιγμή της δυναμικής απόκρουσης της απόπειρας εισβολής στον Έβρο με όχημα τους λαθρομετανάστες, καλλιέργησε την εικόνα του δυναμικού και αποφασιστικού στην εξωτερική πολιτική – κάτι που, φυσικά, ουδέποτε αποδείχθηκε στην ουσία της άσκησης εξωτερικής πολιτικής και εξαντλήθηκε στα επικοινωνιακά λιβανίσματα των φιλικών ΜΜΕ.

Αυτό το προφίλ του πρωθυπουργού έχει κλονιστεί βαθιά, όχι μόνο από το γεγονός ότι κάτω από τη μύτη της κυβέρνησης υπογράφηκε το τουρκολιβυκό μνημόνιο αλλά και από τη σαφή διεθνή υποχώρηση της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας, η οποία, με υπερβολική αυτοπεποίθηση και τολμηρές κινήσεις, ξεχωρίζει σε όλες τις περιφερειακές αλλά και παγκόσμιες πρωτοβουλίες και κινήσεις, διεκδικώντας πλέον μια διαφορετική θέση στο νέο διεθνές σκηνικό.

Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση, με την εξωτερική πολιτική που ασκεί, έχει οδηγήσει την Ελλάδα σε περιθωριοποίηση ακόμη και εντός της ΕΕ, σε απομόνωση από την Ουάσινγκτον και τον Πρόεδρο Τραμπ, σε αποκοπή από τα Δυτικά Βαλκάνια και χωρίς συμμάχους απέναντι στις προσπάθειες της Τουρκίας για περικύκλωση της Ελλάδας σε όλο τον θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου, της Ανατολικής και Κεντρικής Μεσογείου και εν μέρει του Ιονίου.

Για την κυβέρνηση είναι σαφές, από τις κινήσεις του τελευταίου διαστήματος, ότι εξετάζεται σοβαρά πλέον η ανάληψη πρωτοβουλιών που μπορούν να προκαλέσουν κρίση με την Τουρκία, ελπίζοντας ότι η κρίση αυτή θα είναι ελεγχόμενη και θα δώσει την ευκαιρία στην κυβέρνηση να θυμίσει στους ψηφοφόρους την ανάγκη για σταθερές και ισχυρές κυβερνήσεις, ώστε να αντιμετωπίζονται οι κρίσεις, και ταυτόχρονα να μη λάβει τέτοια έκταση, ώστε να οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα.

Φαίνεται, μάλιστα, ότι αυτήν τη λογική υπηρετεί η επαναφορά εκ μέρους του ΥΠΕΞ Γιώργου Γεραπετρίτη του θέματος του καλωδίου για την ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης με την Κύπρο, μετά από 12 μήνες… χα­ντακώματος του σημαντικού αυτού έργου λόγω του βέτο που έχει θέσει η Τουρκία, με στόχο όχι μόνο να αμφισβητήσει κάθε κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας εκτός των χωρικών υδάτων της αλλά και να επιβάλει στην πράξη το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Μάλιστα, είναι η πολλοστή φορά που επιχειρείται από τον υπουργό Εξωτερικών να δοθεί χρονοδιάγραμμα επανέναρξης των ερευνών, καθώς, παρά τις προσδοκίες του (τις οποίες δεν συμμεριζόταν κανείς άλλος), δεν υπήρξε συνεννόηση με τον Χακάν Φιντάν για να βρεθεί φόρμουλα πραγματοποίησης των ερευνών χωρίς αντίδραση της Τουρκίας.

Σήμερα, ο κ. Γεραπετρίτης προειδοποιεί την Τουρκία ότι κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει την Ελλάδα στην άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της και ότι οι έρευνες για το καλώδιο θα επαναληφθούν σύντομα, όταν ο ίδιος, επί μήνες, από τον Ιούλιο του 2024, προσπαθούσε να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα και υποστήριζε ότι απλώς υπήρξε άλλος σχεδιασμός της εταιρείας που είχε αναλάβει το καλώδιο. (Άλλωστε, σε δημόσιες τοποθετήσεις του αλλά και από το βήμα της Βουλής επέμενε στην ψευδή θεωρία ότι η Τουρκία δεν παρενόχλησε το πλοίο, ότι οι έρευνες ολοκληρώθηκαν κανονικά και ότι ήταν εφεύρημα των δημοσιογράφων το επεισόδιο στην Κάσο.)

Η πραγματοποίηση των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση της Κύπρου με την Κρήτη έχει αναχθεί, όπως ήταν αναμενόμενο, σε μείζον ζήτημα που αφορά τη δυνατότητα της Ελλάδας να ασκεί τα κυριαρχικά δικαιώματά της χωρίς να τίθενται υπό την αίρεση των ενστάσεων και των αντιδράσεων της Τουρκίας. Με δεδομένη την αντίδραση της Τουρκίας, για την οποία προϊδέασε ο Χακάν Φιντάν με τις δηλώσεις του την περασμένη εβδομάδα, η Αθήνα, πριν δώσει το πράσινο φως για τις έρευνες, θα πρέπει να έχει προετοιμάσει ένα καλό σχέδιο αντίδρασης τόσο επί του πεδίου όσο και σε διπλωματικό επίπεδο.

Αν κρίνουμε από την επιπολαιότητα και την ελαφρότητα που χαρακτηρίζει τον πρώτο όροφο του Νεοκλασικού, πολύ αμφιβάλλουμε για το αν έχουν γίνει οι κατάλληλες κινήσεις.

Η κυβέρνηση θα πρέπει να γνωρίζει ότι οι έρευνες πρέπει να επαναληφθούν χωρίς να υπάρξει υπόγεια συνεννόηση για έκδοση τουρκικών NAVTEXs, η περιοχή να καλύπτει τον προηγούμενο σχεδιασμό και να διέρχεται από την ελληνική ΑΟΖ, όπως προβλέπεται από την Ελληνοαιγυπτιακή Συμφωνία, και να μην αλλάξει διαδρομή – και φυσικά να προχωρήσει το συντομότερο δυνατό.

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η επανέναρξη των ερευνών θα είναι ένα δείγμα της αποφασιστικότητάς της, το οποίο θα τονώσει την εικόνα της στους ψηφοφόρους, και ελπίζει ότι τυχόν αντίδραση της Τουρκίας θα είναι διαχειρίσιμη, ακόμη κι αν χρειαστεί να υπάρξει κινητοποίηση πολεμικών πλοίων. Θεωρεί, δε, ότι μία μίνι κρίση θα βοηθήσει ακόμη περισσότερο την εικόνα της.

Το ερώτημα στο οποίο δεν απαντά κανείς όμως είναι: Πού στηρίζει η κυβέρνηση την ελπίδα της για μια περιορισμένη και υποχωρητική αντίδραση της Τουρκίας; Ας ελπίσουμε ότι δεν στηρίζεται σε δήθεν συνεννοήσεις που νομίζει ο ΥΠΕΞ ότι πετυχαίνει κάθε φορά με τον πανούργο Χακάν Φιντάν. Διότι είναι προφανές ότι, αν η Τουρκία αντιδράσει δυναμικά και η Αθήνα επιλέξει, αντί του θερμού επεισοδίου –και μάλιστα εκατοντάδες μίλια μακριά από τους ναύσταθμους του Πολεμικού Ναυτικού–, να τραβήξει και πάλι πίσω το ερευνητικό πλοίο, η εξέλιξη αυτή θα είναι οδυνηρή για τη χώρα και καταστροφική για την κυβέρνηση.

Σε ό,τι αφορά τις διπλωματικές κινήσεις, η κυβέρνηση και ο ΥΠΕΞ πιθανόν θεωρούν ότι οι φιλοφρονήσεις με τους Γάλλους ή τους Αιγυπτίους σημαίνουν και στρατιωτική συμμαχία. Όμως, όλοι αντιλαμβάνονται ότι ούτε το Παρίσι ούτε το Κάιρο, και πολύ περισσότερο το Ριάντ ή τα Εμιράτα, πρόκειται να σπεύσουν να εμπλακούν σε μια υπόθεση η οποία αφορά διεκδικήσεις επί θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Και αυτές οι πρωτεύουσες –ακόμη και στην ακραία περίπτωση που ε­μπλακεί και η Ουάσινγκτον– θα σπεύσουν απλώς να ζητήσουν από την Ελλάδα και την Τουρκία να σταματήσουν τις εντάσεις και να καθίσουν σε ένα τραπέζι για να τα βρουν, ώστε να μη διακυβευθούν έργα μεγάλης οικονομικής σημασίας. Όλοι αντιλαμβάνο­νται τι θα σήμαινε αυτό, καθώς ουσιαστικά θα επρόκειτο για επιβολή της τουρκικής θέσης, που επιδιώκει διμερή διαπραγμάτευση για θέματα που αφορούν ελληνική κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα, με γνώμονα φυσικά όχι το Δίκαιο της Θάλασσας αλλά την οικονομική σημασία των projects που είναι σε εφαρμογή.

Η κυβέρνηση κρατάει ως εναλλακτική οδό διαφυγής το να επιχειρήσει να ρίξει στην Κύπρο την ευθύνη για το ναυάγιο του καλωδίου, λόγω των ε­ντάσεων που υπάρχουν είτε από τους ηλεκτροπαραγωγούς είτε από μέλη της κυπριακής κυβέρνησης που αμφισβητούν την οικονομική βιωσιμότητα του έργου. Όμως, η βασική ένσταση από την Κύπρο είναι ακριβώς ότι καλείται, όπως και οι έλληνες καταναλωτές, να καταβάλει ένα πολύ υψηλό τίμημα για ένα έργο που η ίδια η ελληνική κυβέρνηση, εδώ και δεκατέσσερις μήνες, κρατά παγωμένο λόγω του γεωπολιτικού ρίσκου, ήτοι, των απειλών της Τουρκίας.

Γι’ αυτούς τους λόγους, η απόφαση και οι συνθήκες υπό τις οποίες θα κάνει τις επιλογές της η κυβέρνηση είναι εξαιρετικά κρίσιμες για το μέλλον όχι μόνο του image των κ. Μητσοτάκη και Γεραπετρίτη αλλά και για το μέλλον της χώρας και της θέσης της στην Ανατολική Μεσόγειο.


ΤΟ ΠΑΡΟΝ