
Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης και Μέλους ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ
Προέδρου ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου
Προσιτή κατοικία είναι εκείνη που ένα νοικοκυριό μπορεί να αγοράσει ή να μισθώσει χωρίς να επιβαρύνεται υπέρμετρα το διαθέσιμο εισόδημά του και χωρίς να στερείται βασικές ανάγκες διαβίωσης. Ως ενδεικτικό όριο προσιτότητας χρησιμοποιείται συχνά το 30% του εισοδήματος για το συνολικό κόστος στέγασης, συμπεριλαμβανομένων βασικών λειτουργικών δαπανών. Όταν η επιβάρυνση υπερβαίνει σημαντικά αυτό το επίπεδο, η κατοικία παύει να είναι οικονομικά προσιτή για μεγάλο μέρος των νοικοκυριών.
Στην Ελλάδα, η έλλειψη προσιτής κατοικίας αποτελεί πλέον ένα από τα σοβαρότερα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Δεν αφορά μόνο τα ευάλωτα νοικοκυριά αλλά και τη μεσαία τάξη, τους νέους εργαζομένους και τις οικογένειες που διαπιστώνουν ότι η αγορά ή η ενοικίαση κατοικίας απαιτεί ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι τα ακίνητα ακριβαίνουν. Είναι ότι οι διαθέσιμες κατοικίες σε προσιτές τιμές δεν επαρκούν.
Πρώτη βασική αιτία είναι η περιορισμένη προσφορά. Η οικοδομική δραστηριότητα κατέρρευσε κατά την οικονομική κρίση και, παρά την ανάκαμψη, δεν έχει αναπληρώσει το χαμένο οικιστικό απόθεμα. Το υψηλό κόστος γης, υλικών, εργασίας και χρηματοδότησης καθιστά δύσκολη την παραγωγή νέων οικονομικών κατοικιών.
Οι πολεοδομικές εκκρεμότητες, οι νομοθετικές αλλαγές και οι καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις και στις ηλεκτροδοτήσεις αυξάνουν περαιτέρω το κόστος. Επιπλέον, τα νεόδμητα ακίνητα εμφανίζουν συχνά περιορισμένη μισθωτική απόδοση σε σχέση με την αξία τους. Έτσι, σημαντικό μέρος της νέας οικοδομής κατευθύνεται προς πώληση, αντί για μακροχρόνια μίσθωση.
Δεύτερη αιτία είναι το μεγάλο απόθεμα παλαιών και κενών ακινήτων που παραμένουν εκτός αγοράς. Πολλοί ιδιοκτήτες αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν ανακαινίσεις ή αντιμετωπίζουν πολεοδομικές, κληρονομικές και ιδιοκτησιακές εκκρεμότητες. Παράλληλα, σημαντική δημόσια ακίνητη περιουσία παραμένει αναξιοποίητη.
Τρίτος παράγοντας είναι η αναντιστοιχία εισοδημάτων και κόστους κατοικίας. Η Ελλάδα καταγράφει από τις μεγαλύτερες στεγαστικές επιβαρύνσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τα υψηλά ενοίκια να απορροφούν σημαντικό μέρος ακόμη και των μισθολογικών αυξήσεων.
Τι πρέπει να γίνει, λοιπόν, να γίνει;
Πρώτον, χρειάζεται μαζικό πρόγραμμα ανακαίνισης παλαιών και κενών κατοικιών, με απλές επιδοτήσεις, χαμηλότοκα δάνεια και ουσιαστικές φορολογικές εκπτώσεις, χωρίς υπερβολικούς περιορισμούς.
Δεύτερον, απαιτείται αύξηση της νέας οικοδομής, με σταθερούς πολεοδομικούς κανόνες, ταχύτερες διαδικασίες και ειδικά κίνητρα παραγωγής κατοικιών προσιτού μισθώματος.
Τρίτον, είναι αναγκαία η συστηματική αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων και οικοπέδων, μέσω δημόσιων επενδύσεων και συνεργασιών με ιδιώτες, με δεσμευτικούς όρους κοινωνικής και προσιτής κατοικίας.
Τέταρτον, χρειάζεται ουσιαστική αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων και αποκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας, ώστε να περιοριστεί η στεγαστική πίεση στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Το Στεγαστικό δεν λύνεται μόνο με επιδόματα ή επιδοτούμενα δάνεια, που ενδέχεται να αυξάνουν τη ζήτηση χωρίς αντίστοιχη προσφορά.
Η προσιτή κατοικία απαιτεί περισσότερα διαθέσιμα σπίτια, χαμηλότερο κόστος παραγωγής και εισοδήματα που επιτρέπουν αξιοπρεπή διαβίωση. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο στεγαστικό σχέδιο με μετρήσιμους στόχους, γιατί η κατοικία αποτελεί βασική προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής, οικογενειακής δημιουργίας και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης.
Φωτό: pixabay