
Πρόκληση τα απίστευτα κέρδη της Εθνικής και το πάρτι με τις προμήθειες
–Το τραπεζικό σύστημα ευημερεί, όσο περισσότερο πνίγεται οικονομικά ο μέσος πολίτης
Η εικόνα που αναδύεται από τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου του 2026 για την Εθνική Τράπεζα δεν είναι απλώς μια παράθεση αριθμών σε έναν ισολογισμό αλλά η αποτύπωση μιας βαθιάς κοινωνικής ανισορροπίας.
Την ώρα που η ελληνική κοινωνία παλεύει να κρατηθεί όρθια μέσα σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον ακρίβειας, η ανακοίνωση κερδών ύψους 344 εκατ. ευρώ προκαλεί το δημόσιο αίσθημα, καθώς επιβεβαιώνει πως η ευημερία των τραπεζικών ιδρυμάτων χτίζεται πάνω στα ερείπια του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών. Είναι μια κερδοφορία που μοιάζει να προκύπτει από μια κυνική αφαίμαξη, τροφοδοτούμενη από την προκλητική ψαλίδα μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και δανεισμού αλλά και από ένα πάρτι προμηθειών που δεν έχει τελειωμό.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά για τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα αναπαράγει τον πλούτο του. Τα καθαρά έσοδα από τόκους συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, με την τράπεζα να εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη διαφορά ανάμεσα στα εξευτελιστικά επιτόκια με τα οποία αμείβει τους αποταμιευτές και στα εξοντωτικά επιτόκια με τα οποία δανείζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η παραδοχή ότι η άνοδος των επιτοκίων αναφοράς προσφέρει στήριξη στα κέρδη αποτελεί την απόλυτη ομολογία: Το τραπεζικό σύστημα ευημερεί όσο περισσότερο πνίγεται οικονομικά ο μέσος πολίτης. Αυτή η ψαλίδα δεν είναι απλώς μια τεχνική παράμετρος αλλά ένας μηχανισμός μεταφοράς πλούτου από τη βάση της κοινωνίας προς την κορυφή της τραπεζικής πυραμίδας.
Όμως το παιχνίδι δεν σταματά στους τόκους. Οι προμήθειες, που αυξήθηκαν κατά 8%, αποτελούν την άλλη όψη του νομίσματος. Κάθε τραπεζική κίνηση, κάθε ψηφιακή συναλλαγή, κάθε ανάγκη του πελάτη μεταφράζεται σε μια χρέωση, μετατρέποντας την τράπεζα σε ένα ιδιότυπο σούπερ μάρκετ προϊόντων. Η στρατηγική των σταυροειδών πωλήσεων και το ντιλάρισμα με την Allianz για την προώθηση ασφαλιστικών προγραμμάτων δείχνουν μια ξεκάθαρη στόχευση. Στόχος είναι ο τετραπλασιασμός των εσόδων από ασφαλιστικές δραστηριότητες, απομυζώντας κάθε ικμάδα από το εισόδημα του πελάτη, ο οποίος συχνά νιώθει εγκλωβισμένος σε ένα δίκτυο υποχρεωτικών ή ημι-υποχρεωτικών χρεώσεων, προκειμένου να έχει πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.
Ενώ ο Παύλος Μυλωνάς χρησιμοποιεί όρους όπως «ανθεκτικότητα» και «αξιόπιστος χρηματοοικονομικός εταίρος», η πραγματικότητα τον διαψεύδει. Η απόφαση να διοχετευθεί 1 δισ. ευρώ προς τους μετόχους μέσω μερισμάτων και επαναγοράς μετοχών είναι μια δήλωση προτεραιοτήτων. Αντί αυτή η τεράστια ρευστότητα να επιστρέψει στην πραγματική οικονομία με ευνοϊκότερους όρους δανεισμού ή μείωση των επιβαρύνσεων, επιλέγεται η ικανοποίηση της επενδυτικής ελίτ. Την ίδια στιγμή, οι λειτουργικές δαπάνες της τράπεζας αυξάνονται, όχι για να βελτιωθεί η εξυπηρέτηση του κοινού, αλλά για να καλυφθούν οι μεταβλητές αμοιβές των στελεχών, ενώ τα καταστήματα αποψιλώνονται από προσωπικό μέσω εθελουσίας εξόδου, αφήνοντας τους πολίτες να ταλαιπωρούνται σε υποβαθμισμένες υποδομές.
Ακόμα και η επίκληση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας χρησιμοποιείται ως βολικό άλλοθι. Είναι το πρόσχημα για να παραμένουν οι χρεώσεις ψηλά και το κόστος του χρήματος απλησίαστο. Με έναν δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας CET1 στο 17,4%, η Εθνική Τράπεζα κάθεται πάνω σε ένα βουνό κεφαλαίων, το οποίο αρνείται πεισματικά να αξιοποιήσει για να ανακουφίσει την αγορά. Η Ελλάδα μπορεί στα χαρτιά να βρίσκεται σε ανοδικό στάδιο του επενδυτικού κύκλου, όμως, για τον απλό άνθρωπο αυτή η υπεραπόδοση μεταφράζεται σε καθημερινό αγώνα επιβίωσης.
Το συμπέρασμα είναι πικρό αλλά πραγματικό: Η κερδοφορία της Εθνικής Τράπεζας δεν είναι σημάδι υγείας της οικονομίας αλλά το αποτέλεσμα μιας πραγματικότητας που λειτουργεί μόνο για τους λίγους, αφήνοντας την πλειοψηφία των πολιτών στο περιθώριο ενός πάρτι που οι ίδιοι πληρώνουν ακριβά.