Όταν πρόκειται για επιχειρηματικά συμφέροντα, η κυβέρνηση βάζει βέτο στην ΕΕ – Του Ν. Στραβελάκη

–Μια διαφορετική οπτική για τον ειδικό φόρο στα καύσιμα


Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών


Με αφορμή τις εξωφρενικές τιμές των καυσίμων, ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης ρωτήθηκε πριν από λίγες μέρες αν πρόκειται να μειώσει τον ειδικό φόρο στα καύσιμα. Απάντησε ότι δεν μπορεί να το κάνει γιατί δεν του το επιτρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση, και τούτο παρά το γεγονός ότι ο φόρος είναι κοντά στο 50% της τιμής της βενζίνης στο πρατήριο.

Τα παραπάνω δεν προκαλούν εντύπωση, αφού οι κάθε λογής έμμεσοι φόροι είναι θέσφατο για αυτήν την κυβέρνηση. Άλλωστε, αντίστοιχη στάση κρατούν και απέναντι στα αιτήματα για μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα και στα άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Κοντολογίς, ζούμε σε μια χώρα με βαριά και κοινωνικά άδικη φορολογία, αφού κοντά στο 75% των φορολογικών εσόδων είναι έμμεσοι φόροι, οι οποίοι είναι παράλληλα και πάνω από το 30% του ΑΕΠ, την ίδια ώρα που οι άμεσοι φόροι είναι μόλις 10% του ΑΕΠ.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον και με αυτήν τη ρητορική από την πλευρά του πρωθυπουργού, είναι προκλητικό να διαπιστώνει κανείς ότι το μοναδικό βέτο που έβαλε η ελληνική κυβέρνηση στην ΕΕ εντός του 2026 αφορούσε τους εφοπλιστές. Συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 2026, η Ελλάδα έβαλε επισήμως βέτο στο 21ο πακέτο κυρώσεων της ΕΕ προς τη Ρωσία (στην οποία, αν θυμάστε, ο κ. Μητσοτάκης έχει κηρύξει τον πόλεμο), όσον αφορά τη μεταφορά και διάθεση ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Η Ελλάδα απέσυρε το βέτο όταν πήρε διαβεβαίωση ότι ο ελληνικός και ελληνόκτητος εμπορικός στόλος θα μπορούσε να μεταφέρει ρωσικό φυσικό αέριο εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανάλογη θέση επέβαλε στην ΕΕ η Ελλάδα και για τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου.

Ανησυχίες και επιφυλάξεις φέρεται να διατύπωσε η ελληνική κυβέρνηση και πριν από λίγες ημέρες (21 – 22 Σεπτεμβρίου), στη Σύνοδο των Υπουργών Μεταφορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφορικά με το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και τον φόρο εκπομπής αερίων από εμπορικά πλοία. Με συντομία να πω ότι υπάρχει το ζήτημα της εφαρμογής του Net Zero Framework του Διεθνούς Οργανισμού Ναυτιλίας (IMO) αλλά και των ειδικών φόρων εκπομπής αερίων από πλοία, που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Ένωση εντός των θαλασσίων συνόρων της. Ο μηχανισμός της ΕΕ, μάλιστα, είναι κανονική αγορά ρύπων και βρίσκεται από φέτος σε πλήρη εφαρμογή. Βέβαια, για το τελευταίο, που αυξάνει τα μεταφορικά κόστη και έχει άμεση επίπτωση στον καταναλωτή, δεν έβαλε βέτο η ελληνική κυβέρνηση.

Τα παραπάνω δείχνουν τη βαθύτερη φιλοσοφία αυτής της κυβέρνησης. Τα οικονομικά, περιβαλλοντικά και γεωπολιτικά της ενδιαφέροντα, καθώς και οι αντίστοιχες πολιτικές της τελειώνουν εκεί που αρχίζουν τα συμφέροντα των επιχειρηματιών, ιδιαίτερα αν είναι πολιτικοί της φίλοι. Το πακέτο κυρώσεων που έτυχε ελληνικού βέτο περιλάμβανε και συγκεκριμένη ναυτιλιακή εταιρεία, φίλα προσκείμενη στον κ. Μητσοτάκη, ενώ η ελληνική κυβέρνηση έχει διατυπώσει επιφυλάξεις για περιβαλλοντικές κυρώσεις στη Ναυτιλία, την ίδια ώρα που κατήργησε τη λιγνιτική παραγωγή στην ενέργεια δύο χρόνια νωρίτερα από τη δέσμευση που είχε αναλάβει η χώρα.

Η κατάργηση της όποιας αυτοτέλειας του αστικού κράτους από τα συμφέροντα δημιουργεί μια ασφυκτική κατάσταση για την κοινωνία. Άνθρωποι, γειτονιές, πόλεις, κοινωνικές τάξεις και στρώματα άγονται και φέρονται από επιχειρηματικά συμφέροντα με διασυνδέσεις με το κράτος και την κυβέρνηση. Είναι ένα πλαίσιο που, μαζί με την οικονομική εξαθλίωση, καταργεί και κάθε έννοια δημοκρατίας. Είναι μια σύγχρονη ολιγαρχία.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ



Διαβάστε επίσης