H κυβέρνηση επιχειρεί να μας πουλήσει την πρόωρη αποπληρωμή 12,84 δισ. ευρώ ως κάποιου είδους εθνικό θρίαμβο. Η αλήθεια, όμως, είναι πολύ πιο σκοτεινή και κρύβει τον απόλυτο εμπαιγμό: Η απόφαση να φύγουν τόσα χρήματα «μπροστά» στους δανειστές, αντί να επενδυθούν στην πραγματική οικονομία, αποτελεί την πιο κυνική παραδοχή της κυβερνητικής ανικανότητας. Το πολυδιαφημισμένο επενδυτικό παραμύθι μόλις κατέρρευσε.
Τι μας λέει, ουσιαστικά, το οικονομικό επιτελείο μέσα από αυτήν την κίνηση; Ομολογεί ευθέως –και με τον πιο επίσημο τρόπο– ότι αποκλείεται να καταφέρει να βγάλει περισσότερα χρήματα για τη χώρα επενδύοντας αυτά τα 13 δισ. στην ίδια τη χώρα!
Αν η κυβέρνηση πίστευε έστω και ελάχιστα στο αφήγημα της ισχυρής ανάπτυξης, που πουλάει, θα έριχνε αυτά τα κεφάλαια εκεί που πονάει ο τόπος. Θα έχτιζε εθνικές υποδομές, θα θωράκιζε τον Έβρο, θα αναβάθμιζε τα λιμάνια μας, θα έδινε φιλί ζωής στη ρημαγμένη βιομηχανία και στην παραγωγή. Μια τέτοια έγχυση ρευστότητας θα προσδοκούσε εγχώρια απόδοση και πολλαπλασιαστικά οφέλη για το ΑΕΠ και την κοινωνία, συντριπτικά μεγαλύτερα από το λογιστικό 3% που γλιτώνουν από τους τόκους.
Όμως, δεν το πιστεύουν ούτε οι ίδιοι. Αντί να χρησιμοποιήσουν 13 δισ. ως αναπτυξιακό καύσιμο, τα στέλνουν έξω, αποδεικνύοντας ότι ξέρουν πως δεν μπορούν να παραγάγουν πλούτο. Προτιμούν τη λογιστική σιγουριά του ταμία γιατί τρέμουν την ευθύνη του να χτίσουν μια πραγματική, παραγωγική οικονομία.
Έτσι, το κράτος μετατρέπεται απλώς στο μεγαλύτερο υποκατάστημα των συστημικών τραπεζών. Όπως οι τραπεζίτες κάθονται πάνω σε 213 δισ. καταθέσεων και βγάζουν υπερκέρδη, παίζοντας αποκλειστικά με τα επιτόκια, αντί να ρίχνουν ρευστό στην αγορά, ακριβώς το ίδιο κάνει πλέον και το υπουργείο Οικονομικών.
Αρνείται το ρίσκο της πραγματικής οικονομίας, παίζει με τα περιθώρια των επιτοκίων για να δείχνει ωραία νούμερα στις Βρυξέλλες και παρατάει την όποια ελπίδα ανάπτυξης αποκλειστικά στις πλάτες των εξουθενωμένων πολιτών.