
Οι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 22ο Συνέδριο (Μέρος Β’) – Του Ν. Στραβελάκη
–Πώς η απουσία πολιτικής παρέμβασης επιδρά στο ίδιο το κόμμα

Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Την προηγούμενη εβδομάδα, στο Α’ Μέρος του σχολιασμού των Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ για το 22ο Συνέδριο, διατύπωσα την άποψη ότι η αγωνιώδης προσπάθεια του ΚΚΕ να αποκλείσει την όποια πολιτική μετώπων και συμμαχιών από τις πολιτικές του επιδιώξεις περιορίζει την πολιτική του παρέμβαση και εντέλει ενισχύει, αντί να αποδυναμώνει την επιρροή των «σοσιαλδημοκρατικών και οπορτουνιστικών» δυνάμεων που θέλει να ξορκίσει. Στο σημερινό άρθρο θα σταθώ αναλυτικότερα στις επιπτώσεις αυτών των απόψεων στο ίδιο το κόμμα και στο εργατικό κίνημα.
Το 2ο Κεφάλαιο των Θέσεων, που αναφέρεται στην κομματική οργάνωση, δίνει, κατά τη γνώμη μου, απάντηση στο γιατί η ηγεσία του ΚΚΕ έχει τέτοια φοβία απέναντι στις πολιτικές συμμαχίες και στις άμεσες πολιτικές παρεμβάσεις. Εμμέσως πλην σαφώς, θεωρεί ότι η διατήρηση ενός αυτοτελούς κόμματος, οργανωμένου με τα λενινιστικά πρότυπα, στη μετα-σοβιετική εποχή αποτελεί τη μεγαλύτερη πολιτική του επιτυχία. Αυτό είναι σωστό, πρόκειται για μια ιστορικών διαστάσεων επιτυχία της ηγεσίας του ΚΚΕ. Το πρόβλημα είναι ότι στην πορεία των χρόνων, μετά και την αποχώρηση του κόμματος από τον αλήστου μνήμης Συνασπισμό, το 1991, η περιφρούρηση του αυτοτελούς κόμματος έχει μετατραπεί σε αυτοσκοπό.
Η όποια κοινή δράση, μετωπική σύμπλευση ή πολιτική συμμαχία θεωρείται ότι ρισκάρει το σημαντικό, που είναι η αυτοτέλεια του κόμματος. Αυτό όμως αποτελεί διαστρέβλωση της λενινιστικής θεωρίας για το κόμμα. Ο Λένιν εισήγαγε την ιδέα του «κόμματος νέου τύπου» το 1902, τη μεγαλύτερη πολιτική του ανακάλυψη σύμφωνα με τον άγγλο ιστορικό Eric Hobsbaum, γιατί ο καπιταλισμός κρύβει τις εκμεταλλευτικές κοινωνικές σχέσεις, στις οποίες στηρίζεται, πίσω από τη «δίκαιη ανταλλαγή» των εμπορευμάτων. Όπως έλεγε και ο Μαρξ, ο καπιταλισμός εμφανίζει τη σχέση μεταξύ ανθρώπων σαν σχέση μεταξύ πραγμάτων. Αυτό σημαίνει ότι το εργατικό κίνημα έχει ανάγκη την πολιτική και την πολιτική εξουσία για να ανατρέψει το σύστημα. Αυτήν την πολιτική τη χαράσσει μια «πρωτοπορία» που έχει ξεκαθαρισμένο τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του συστήματος και προσπαθεί να οξύνει τις αντιθέσεις, οδηγώντας το σύστημα στα ιστορικά του όρια. Για το ΚΚΕ αυτό δεν ισχύει, το κόμμα έχει διαφωτιστικό ρόλο για το εργατικό κίνημα. Προσπαθεί να πείσει για τον χαρακτήρα του συστήματος μέσα από «τα μέτωπα που βγάζουν οι ίδιες οι εξελίξεις». Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα των Θέσεων (σελ. 86 – 87) που ακολουθεί:
«Η επίδραση και πίεση αυτών των θέσεων (της Σοσιαλδημοκρατίας και του Οπορτουνισμού) σε ριζοσπαστικές δυνάμεις στο εργατικό κίνημα σημαίνει ουσιαστικά την αναβίωση με νέα μορφή της λογικής των σταδίων και της στρατηγικής πρότασης που επικαλείται την ‘‘ενότητα στο πρόβλημα’’ ως γραμμή συσπείρωσης. Μια γραμμή που έχει καταδικαστεί και ξεπεραστεί από την ίδια τη ζωή, από την πείρα της ταξικής πάλης, για αυτό έχει απορριφθεί από το Κόμμα μας στην προγραμματική του επεξεργασία, με τις αποφάσεις των Συνεδρίων του, στην καθημερινή δράση μας στη βάση της στρατηγικής μας. Θέτουμε στο επίκεντρο της συζήτησης ότι στο πιεστικό ερώτημα ‘‘τι να γίνει άμεσα’’, η απάντηση είναι ότι πρέπει να δυναμώσουν η συζήτηση και η δράση για τη συγκέντρωση δυνάμεων, η πάλη για τα μέτωπα που βγάζουν οι ίδιες οι εξελίξεις, με πολιτική ταξικής σύγκρουσης που ωριμάζει τις εργατικές συνειδήσεις, ώστε να δώσουν αποφασιστικά τη μάχη για ριζικές ανατροπές στην οικονομία και την πολιτική εξουσία».
Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν ισχύει. τα κομμουνιστικά κόμματα αναδείκνυαν και διεκδικούσαν ιστορικά την ικανοποίηση άμεσων κοινωνικών αναγκών οξύνοντας την ταξική πάλη και φέρνοντας κοντύτερα την οριστική ρήξη με το σύστημα. Δεν κάνουν κυρίως «συζήτηση», όπως αναφέρουν οι Θέσεις.
Κλείνοντας, αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι η πολιτικά έμπειρη ηγεσία του ΚΚΕ δεν συνδυάζει τα οργανωτικά προβλήματα, που η ίδια αναγνωρίζει ότι υπάρχουν (βλέπε Κεφάλαιο 2 των Θέσεων), με την απουσία ανάδειξης κάποιων άμεσων στόχων του εργατικού κινήματος από το ίδιο το κόμμα. Νομίζω ότι η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη από την επιδραστική παρέμβαση του ΚΚΕ στο κίνημα, περισσότερο από ό,τι το ίδιο νομίζει. Από τη σκοπιά αυτή, ελπίζω το Συνέδριο του κόμματος να σταθεί σε αυτά τα ζητήματα.