Οι μεγάλες προκλήσεις από τη νέα «παγκόσμια τάξη» – Οι χαμένες ευκαιρίες και οι απειλές για την Ελλάδα

Οι μεγάλες προκλήσεις από τη νέα «παγκόσμια τάξη» – Οι χαμένες ευκαιρίες και οι απειλές για την Ελλάδα

Απέναντι σε ιστορικές προκλήσεις βρίσκονται η Ευρώπη και η Ελλάδα, καθώς η ορμητική Προεδρία Τραμπ αλλάζει τον παγκόσμιο χάρτη και τις παγκόσμιες ισορροπίες, ενώ διαμορφώνεται μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας σε παγκόσμιο επίπεδο, που δίνει ταυτόχρονα την ευκαιρία σε μικρότερες χώρες να αναδειχθούν ως περιφερειακές δυνάμεις.

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Οι τελευταίες εξελίξεις με τις συναντήσεις Τραμπ – Πούτιν στην Αλάσκα αλλά και του αμερικανού Προέδρου με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι και ορισμένους ευρωπαίους ηγέτες στον Λευκό Οίκο είναι τα προοίμια μιας νέας εποχής που αναδύεται στο διεθνές σκηνικό.

Τα διδάγματα για την Ευρώπη αλλά και για την Ελλάδα είναι σημαντικά. Η Ευρώπη, η οποία αναζητά, οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τη νέα ταυτότητά της, διαπιστώνει ότι πρέπει να αναπτύξει μόνη της τη στρατηγική αυτονομία της και να απεκδυθεί τον ρόλο του κομπάρσου, τον οποίο επιχειρεί να της επιβάλει ο νέος αμερικανός Πρόεδρος ακόμη και για κρίσιμες υποθέσεις που αφορούν τον πυρήνα της «Γηραιάς Ηπείρου».

Αυτή δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, ειδικά μάλιστα όταν το επίμαχο ζήτημα στην παρούσα φάση είναι το Ουκρανικό, το οποίο, αντί να ενώσει, κινδυνεύει να διχάσει την ΕΕ. Συγχρόνως, βέβαια, φέρνει την Ευρώπη ενώπιον ιστορικών προκλήσεων, καθώς πρέπει να αποδείξει ότι έχει τη δύναμη και την αντοχή να διαχειριστεί το θέμα της ειρήνης στην ήπειρο και τη διαμόρφωση μιας νέας σχέσης με τη Ρωσία. Μιας σχέσης, όμως, που δεν θα στηρίζεται σε παρασκηνιακές και προσωπικές συμφωνίες του εκάστοτε αμερικανού Προέδρου με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά σε μια ειλικρινή σχέση αλληλοσεβασμού και συνεργασίας.

Προς το παρόν, η ΕΕ τρέχει πίσω από τις εξελίξεις και προσπαθεί να διασφαλίσει ότι θα σωθούν τα προσχήματα για την Ουκρανία και δεν θα επιβληθεί μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση με τη Ρωσία, η οποία θα σφραγίσει το διεθνές σύστημα για τις επόμενες δεκαετίες.

Η ΕΕ, μέσα από πολλές δυσκολίες, και ακολουθώντας την αρχική αμερικανική γραμμή για αντιπαράθεση με τη Μόσχα –που συνέβαλε και στην εξώθηση της Ουκρανίας σε κινήσεις που προκάλεσαν τη Ρωσία–, τώρα αντιλαμβάνεται ότι μένει μόνη στην υπεράσπιση των βασικών αρχών του απαραβίαστου των συνόρων και της μη αλλαγής τους με την απειλή ή τη χρήση βίας. Αρχές που συνέβαλαν στο μεγάλο επίτευγμα της διαμόρφωσης της Ενιαίας Ευρώπης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όμως, αυτή η πρώτη ήττα σε επίπεδο αρχών για την Ευρώπη δεν σταματά εδώ. Τώρα πλέον είναι σαφές ότι ο Πρόεδρος Τραμπ επιδιώκει να αναθέσει στην Ευρώπη τη διαχείριση μιας δύσκολης κατάστασης: την παροχή εγγυήσεων ασφαλείας στην Ουκρανία απέναντι στη Ρωσία, την επίβλεψη και την παρακολούθηση της εφαρμογής μιας ενδεχόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας και συγχρόνως το κόστος για την ασφάλεια της Ουκρανίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι το καλόπιασμα του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στον Πρόεδρο Τραμπ στηρίχθηκε στην προσφορά του Κιέβου για αγορά αμερικανικών όπλων αξίας 100 δισ. δολαρίων, το κόστος των οποίων θα αναλάβει η Ευρώπη.

Βεβαίως, η παρουσία των ισχυρών της ΕΕ στη συνάντηση Τραμπ – Ζελένσκι απέτρεψε τα χειρότερα, με δεδομένη την εμπειρία της πρώτης τους συνάντησης. Όμως, δυστυχώς, δεν μπόρεσε να επηρεάσει σημαντικά τις επιλογές που είχε ήδη κάνει ο αμερικανός Πρόεδρος και τους όρους με τους οποίους διαπραγματεύεται με τον Πούτιν.

Οι Ευρωπαίοι έχουν ένα ακόμη σοβαρό δίλημμα. Ύστερα από τέσσερα χρόνια πολέμου, ο οποίος έχει προκαλέσει ανυπολόγιστες συνέπειες (π.χ. ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη) και έχει απορροφήσει δεκάδες δισεκατομμύρια σε πόρους, οι ηγέτες των χωρών της ΕΕ θα πρέπει να εξηγήσουν στους πολίτες (και ψηφοφόρους τους) ότι όλη αυτή η προσπάθεια των τεσσάρων ετών δεν απέτυχε παταγωδώς. Διότι, όπως όλα δείχνουν, οι συζητήσεις για την ειρήνευση στην Ουκρανία θα οδηγήσουν στην αποδοχή και στη νομιμοποίηση των κερδών της ρωσικής εισβολής στη χώρα αυτή.

Δηλαδή, στη νομιμοποίηση των εδαφικών κερδών, που αποτελούσαν την κόκκινη γραμμή για την Ευρώπη. Και το ερώτημα φυσικά είναι τι θα συμβεί εάν η επιβράβευση του εισβολέα τον ενθαρρύνει να ανοίξει και νέα μέτωπα, όπως στις Βαλτικές Χώρες, με το πρόσχημα της προστασίας των ρωσόφωνων ή ρωσόφιλων πληθυσμών.

Οι τελευταίες εξελίξεις είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές για την Ελλάδα.

Η αποδοχή και η νομιμοποίηση των αποτελεσμάτων εισβολής και κατοχής είναι κάτι που έρχεται σε αντίθεση με βασικές και κρίσιμες αρχές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, και δεν αφορά μόνο την Κύπρο. Η επίκληση ομοεθνών κοινοτήτων για ανάληψη στρατιωτικής δράσης και επιβολής τετελεσμένων επί του εδάφους, και μάλιστα με αποδοχή της παραβίασης της αρχής του σεβασμού των συνόρων, αποτελεί ένα κάκιστο διεθνές προηγούμενο, με δεδομένο τον τουρκικό αναθεωρητισμό και τις διεκδικήσεις όχι μόνο στο Αιγαίο αλλά και στη Θράκη.

Η υποχώρηση του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών όσον αφορά την επίλυση των διαφορών και η επιβράβευση της στρατιωτικής ισχύος στις διεθνείς σχέσεις υπονομεύει τον βασικό διαχρονικό άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, που βασίζεται στον σεβασμό της διεθνούς νομιμότητας.
Συγχρόνως, όμως, η χώρα μας υποβαθμίζεται σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο. Οι αποφάσεις για το μέλλον της «Γηραιάς Ηπείρου» λαμβάνονται πλέον από ένα κλειστό ευρωπαϊκό διευθυντήριο, ενώ η Τουρκία κάνει σημαντικά βήματα για την ανάδειξή της σε περιφερειακό παράγοντα.

Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά τις συναντήσεις στην Αλάσκα και στην Ουάσινγκτον όλοι έδειξαν να στρέφονται προς την Τουρκία, ώστε να αναλάβει ρόλο σε μια ενδεχόμενη ειρηνευτική διαδικασία σε ό,τι αφορά το κρίσιμο θέμα της παροχής εγγυήσεων ασφαλείας στην Ουκρανία αλλά και στην παρουσία επί του εδάφους με δυνάμεις παρατηρητών και ειρηνευτών. Με δεδομένη την απροθυμία των ευρωπαϊκών χωρών να αποστείλουν για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα –και με δεδομένη την αντιπαράθεση με τη Μόσχα– δικούς τους στρατιώτες στα σύνορα Ουκρανίας – Ρωσίας, η Τουρκία, η οποία προβάλλει τις άριστες σχέσεις της τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο, είναι έτοιμη να αναλάβει αυτό το ρίσκο, καθώς εξυπηρετεί και τις δικές της στρατηγικές επιδιώξεις.

Και αυτό διότι θα εμφανιστεί ως η χώρα που υπηρετεί και εξυπηρετεί τις επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ, καθίσταται πολύτιμος σύμμαχος των ΗΠΑ, βελτιώνει τη διαπραγματευτική της θέση ώστε να πετύχει τις επιδιώξεις της (όπως η αγορά των F-35 αλλά και η προνομιακή σχέση με τον Λευκό Οίκο) και συγχρόνως ανοίγει ορθάνοιχτα την πόρτα για την είσοδό της στον ευρωπαϊκό πυλώνα άμυνας και ασφάλειας. Με ό,τι αυτό σημαίνει για την Ελλάδα, η οποία θα παρακολουθεί εκτός παιχνιδιού την Τουρκία να αναλαμβάνει ρόλο –και μάλιστα ισχυρό– στην Ευρωπαϊκή Άμυνα.

Η κυβέρνηση δείχνει είτε να μην αντιλαμβάνεται το νέο σκηνικό που διαμορφώνεται είτε πλέον να έχει συμβιβαστεί με την ιδέα της «Μεγάλης Τουρκίας», η οποία θα είναι ο μεγάλος περιφερειακός παίκτης που θα προβάλλει τον δικό της «Νόμο και Τάξη» στην περιοχή. Δυστυχώς, η κυβέρνηση αποδείχθηκε ανίκανη να αξιοποιήσει τη μεγάλη πολιτική, διπλωματική και οικονομική επένδυση που έκανε τα τελευταία χρόνια με την πλήρη υποταγή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, χωρίς κανένα ουσιαστικό αντάλλαγμα, που θα θωράκιζε τη χώρα απέναντι στη μεγαλύτερη και ζωτική απειλή που αντιμετωπίζει, την Τουρκία…


ΤΟ ΠΑΡΟΝ